Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

'...καὶ πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν...': σημειολογικά οδύνης και ελευθερίας







Θεσσαλονίκη, Επταπύργιο
λεπτομέρεια της βυζαντινής τοιχοποιίας 





Yedí Kulé verás empaseando
De altas murallas saradeado
En la prisión esto’ por tí atado
En el budrúm lloro desmasalado
Me quitaron la luz, esto’ sufriendo
Y la muerte venir, niña esto’ viendo
Yo sto en la prisión, tú en las flores
Sufro de corazón, quiero que llores
Por el Yedí Kulé ven paseando
Mira en que hali yo sto pasando
Fostanico preto cale hacerte
y a la quehilá echar aceite


















 - Yedi Kule (V and the Bats) Tags: prison thessaloniki anopoli yedikule akropoli    womenswing eptapyrgio











 - Yedi Kule (V and the Bats) Tags: prison thessaloniki anopoli yedikule akropoli    womenswing eptapyrgio

              πηγή










Detail of mosaic in the Rotunda of St. George in Thessaloniki, 5th-6th century

detail of mosaic in the Rotunda, Thessaloniki, 5th-6th c.





















Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Αγαπημένη Ανεμόεσσα








Και το επόμενο πρωί, το νησί αναδύθηκε κι εκείνο από την απεραντοσύνη του πελάγου, ανάμεσα σε μαύρα κι άσπρα σύννεφα. Αντίκρυ τους, η θάλασσα – η θάλασσα πέρα ως πέρα, αφρίζοντας μέσα στο γκρίζο κι ασημένιο φως. Κανένα καράβι στ’ ανοιχτά ̇ τίποτε άλλο από το ατέρμονο κύλισμα των κυμάτων στην ορμή του ανέμου. Πέρα στον Νοτιά, ένας γυμνός, ρωμαλέος κάβος – ο ίδιος κάβος που είχε καβατζάρει, λένε, το καράβι του Αχιλλέα κινώντας για την Τροία, ανάλλαχτος από τότε. Μια στεριά με αμμουδιές, βράχια και χαντάκια ̇ το λιγοστό χώμα συγκρατημένο από ξερολιθιές. Λίγο πιο πάνω, μια υποψία πρασινάδας ̇ χωράφια κι ανθισμένες μυγδαλιές με τα πρώτα φυλλαράκια τους. Οι συκιές – άφυλλα κλωνιά, σταχτιά, τυραννισμένα, σαν ροζιασμένα δάχτυλα δείχνοντας τον μαύρο ουρανό. Τα λιβαδάκια με τα λιγοστά αγριολούλουδα – μελικάρια και ανεμώνες. Τα μονοπάτια που χάνονταν εκεί, ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους. Τσομπάνηδες εδώ κι εκεί, με τη βράκα, το γελέκι, το μαντήλι, το ζωνάρι, τα τροχάδια. Κοπάδια και μαντριά – πέτρινοι φράχτες στεφανωμένοι με αγκάθια και το γερτό ξύλινο σήκανο στενάζοντας στον άνεμο. Κτίσματα φυτεμένα στα λοφάκια, να συνεχίζουν τη δουλειά της φύσης, ανάλλαχτα κι εκείνα από τη μια γενιά στην άλλη: πάτωμα στρωμένο με άμμο ̇ ασβεστωμένοι τοίχοι ̇ μικρά παράθυρα ̇ σκεπή επίπεδη, στρωμένη με χώμα σταχτογάλαζο ̇ ένας αραιός καπνός να αναθρώσκει από την καμινάδα ̇ ένα μαντρόσκυλο καθισμένο στο κατώφλι. Και μονομιάς, σε μια στροφή του δρόμου, απέναντί τους πάλι το χωριό, καινούργιο σαν να μην το είχαν ξαναδεί ποτέ: μια συμπαγής κυψέλη από κυβικά σπιτάκια, εκκλησάκια, καμάρες, τρούλους κωνικούς, ακουμπισμένη εκεί, ανάμεσα γης και ουρανού, ανάμεσα στον απόκρημνο βράχο του κάστρου και στις ήμερες πλαγιές των αντίπερα βουνών, που χαμήλωναν για να την κλείσουν λες στην αγκαλιά τους ̇ ακουμπισμένη απαλά όπως σε μια παλάμη – «να’ ναι η παλάμη του Θεού;», άκουσε να ρωτάει κάποιος μέσα του.



Γιάννης ΚιουρτσάκηςΕμείς οι Άλλοι, εκδ. «Κέδρος», 2000 (απόσπασμα)



Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

'Ταῦτ´ ἐστὶ τὰ κοῖλα τῆς Εὐβοίας...'


























Τόδε μὴν αὐτὸς ἰδών, οὐ παρ´ ἑτέρων ἀκούσας, διηγήσομαι. ἴσως γὰρ οὐ μόνον πρεσβυτικὸν πολυλογία καὶ τὸ μηδένα διωθεῖσθαι ῥᾳδίως τῶν ἐμπιπτόντων λόγων, πρὸς δὲ τῷ πρεσβυτικῷ τυχὸν ἂν εἴη καὶ ἀλητικόν. αἴτιον δέ, ὅτι πολλὰ τυχὸν ἀμφότεροι πεπόνθασιν, ὧν οὐκ ἀηδῶς μέμνηνται. ἐρῶ δ´ οὖν οἵοις ἀνδράσι καὶ ὅντινα βίον ζῶσι συνέβαλον ἐν μέσῃ σχεδόν τι τῇ Ἑλλάδι.        
      
τύγχανον μὲν ἀπὸ Χίου περαιούμενος μετά τινων ἁλιέων ἔξω τῆς θερινῆς ὥρας ἐν μικρῷ παντελῶς ἀκατίῳ. χειμῶνος δὲ γενομένου χαλεπῶς καὶ μόλις διεσώθημεν πρὸς τὰ κοῖλα τῆς Εὐβοίας· τὸ μὲν δὴ ἀκάτιον εἰς τραχύν τινα αἰγιαλὸν ὑπὸ τοῖς κρημνοῖς ἐκβαλόντες διέφθειραν, αὐτοὶ δὲ ἀπεχώρησαν πρός τινας πορφυρεῖς ὑφορμοῦντας ἐπὶ τῇ πλησίον χηλῇ, κἀκείνοις συνεργάζεσθαι διενοοῦντο αὐτοῦ μένοντες. καταλειφθεὶς δὴ μόνος, οὐκ ἔχων εἰς τίνα πόλιν σωθήσομαι, παρὰ τὴν θάλατταν ἄλλως ἐπλανώμην, εἴ πού τινας ἢ παραπλέοντας ἢ ὁρμοῦντας ἴδοιμι. προεληλυθὼς δὲ συχνὸν ἀνθρώπων μὲν οὐδένα ἑώρων· ἐπιτυγχάνω δὲ ἐλάφῳ νεωστὶ κατὰ τοῦ κρημνοῦ πεπτωκότι παρ´ αὐτὴν τὴν ῥαχίαν, ὑπὸ τῶν κυμάτων παιομένῳ, φυσῶντι ἔτι. καὶ μετ´ ὀλίγον ἔδοξα ὑλακῆς ἀκοῦσαι κυνῶν ἄνωθεν μόλις πως διὰ τὸν ἦχον τὸν ἀπὸ τῆς θαλάττης.  προελθὼν δὲ καὶ προβὰς πάνυ χαλεπῶς πρός τι ὑψηλὸν τούς τε κύνας ὁρῶ ἠπορημένους καὶ διαθέοντας, ὑφ´ ὧν εἴκαζον ἀποβιασθὲν τὸ ζῷον ἁλέσθαι κατὰ τοῦ κρημνοῦ, καὶ μετ´ ὀλίγον ἄνδρα, κυνηγέτην ἀπὸ τῆς ὄψεως καὶ τῆς στολῆς, τὰ γένεια ὑγιῆ κομῶντα οὐ φαύλως οὐδὲ ἀγεννῶς ἐξόπισθεν, οἵους ἐπὶ Ἴλιον Ὅμηρός φησιν ἐλθεῖν Εὐβοέας, σκώπτων, ἐμοὶ δοκεῖν, καὶ καταγελῶν, ὅτι τῶν ἄλλων Ἀχαιῶν καλῶς ἐχόντων οἱ δὲ ἐξ ἡμίσους ἐκόμων.

Kαὶ ὃς ἀνηρώτα με, Ἀλλ´ ἦ, ὦ ξεῖνε, τῇδέ που φεύγοντα ἔλαφον κατενόησας; κἀγὼ πρὸς αὐτόν, Ἐκεῖνος, ἔφην, ἐν τῷ κλύδωνι ἤδη· καὶ ἀγαγὼν ἔδειξα. ἑλκύσας οὖν αὐτὸν ἐκ τῆς θαλάττης τό τε δέρμα ἐξέδειρε μαχαίρᾳ, κἀμοῦ ξυλλαμβάνοντος ὅσον οἷός τε ἦν, καὶ τῶν σκελῶν ἀποτεμὼν τὰ ὀπίσθια ἐκόμιζεν ἅμα τῷ δέρματι. παρεκάλει δὲ κἀμὲ συνακολουθεῖν καὶ συνεστιᾶσθαι τῶν κρεῶν· εἶναι δὲ οὐ μακρὰν τὴν οἴκησιν.  Ἔπειτα ἕωθεν παρ´ ἡμῖν, ἔφη, κοιμηθεὶς ἥξεις ἐπὶ τὴν θάλατταν, ὡς τά γε νῦν οὐκ ἔστι πλόϊμα. καὶ μὴ τοῦτο, εἶπε, φοβηθῇς. βουλοίμην δ´ ἂν ἔγωγε καὶ μετὰ πέντε ἡμέρας λῆξαι τὸν ἄνεμον· ἀλλ´ οὐ ῥᾴδιον, εἶπεν, ὅταν οὕτως πιεσθῇ τὰ ἄκρα τῆς Εὐβοίας ὑπὸ τῶν νεφῶν ὥς γε νῦν κατειλημμένα ὁρᾷς. καὶ ἅμα ἠρώτα με ὁπόθεν δὴ καὶ ὅπως ἐκεῖ κατηνέχθην, καὶ εἰ μὴ διεφθάρη τὸ πλοῖον. Μικρὸν ἦν παντελῶς, ἔφην, ἁλιέων τινῶν περαιουμένων, κἀγὼ μόνος ξυνέπλεον ὑπὸ σπουδῆς τινος. διεφθάρη δ´ ὅμως ἐπὶ τὴν γῆν ἐκπεσόν. Οὔκουν ῥᾴδιον, ἔφη, ἄλλως· ὅρα γὰρ ὡς ἄγρια καὶ σκληρὰ τῆς νήσου τὰ πρὸς τὸ πέλαγος. Ταῦτ´, εἶπεν, ἐστὶ τὰ κοῖλα τῆς Εὐβοίας λεγόμενα, ὅπου κατενεχθεῖσα ναῦς οὐκ ἂν ἔτι σωθείη· σπανίως δὲ σῴζονται καὶ τῶν ἀνθρώπων τινές, εἰ μὴ ἄρα, ὥσπερ ὑμεῖς, ἐλαφροὶ παντελῶς πλέοντες. ἀλλ´ ἴθι καὶ μηδὲν δείσῃς. νῦν μὲν ἐκ τῆς κακοπαθείας ἀνακτήσῃ σαυτόν· εἰς αὔριον δέ, ὅ τι ἂν ᾖ δυνατόν, ἐπιμελησόμεθα ὅπως σωθῇς, ἐπειδή σε ἔγνωμεν ἅπαξ.  δοκεῖς δέ μοι τῶν ἀστικῶν εἶναί τις, οὐ ναύτης οὐδ´ ἐργάτης, ἀλλὰ πολλήν τινα ἀσθένειαν τοῦ σώματος ἀσθενεῖν ἔοικας ἀπὸ τῆς ἰσχνότητος.

γὼ δὲ ἄσμενος ἠκολoύθουν· οὐ γὰρ ἐπιβουλευθῆναί ποτε ἔδεισα, οὐδὲν ἔχων ἢ φαῦλον ἱμάτιον. καὶ πολλάκις μὲν δὴ καὶ ἄλλοτε ἐπειράθην ἐν τοῖς τοιούτοις καιροῖς, ἅτε ἐν ἄλῃ συνεχεῖ, ἀτὰρ οὖν δὴ καὶ τότε ὡς ἔστι πενία χρῆμα τῷ ὄντι ἱερὸν καὶ ἄσυλον, καὶ οὐδεὶς ἀδικεῖ, πολύ γε ἧττον ἢ τοὺς τὰ κηρύκεια ἔχοντας· ὡς δὴ καὶ τότε θαρρῶν εἱπόμην. ἦν δὲ σχεδόν τι περὶ τετταράκοντα στάδια πρὸς τὸ χωρίον.


Δίων Χρυσόστομος (40 - 112 μ.Χ.), Ευβοϊκός ή Κυνηγός, 1-10.




Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

herub and emperor






Collections of Sermons of the Monk John of Kokkinobaphos about the Virgin Mary
Scene: The four rivers of Paradise and the gates of paradise
12th century
Bibliothèque Nationale, Paris










File:Cherub plaque Louvre MRR245.jpg


 receiving the submission of the Sassanid king Khosrau II;
 plaque from a cross,
champlevé enamel over gilt copper, 1160-1170, Meuse Valley.










 Cyprus, Akrotiri ton Gaton
 end of the first decade of the reign of emperor 
Heraclius (616-619 A.D.)  





Προτομή του Μ. Αλεξάνδρου - Ηρακλείου στην Κύπρο












silver plate from Lambousa treasure, 7th c.

πηγή











King Khusro II, 590 - 627 AD
Large silver dirhem, Shiz mint, struck Year 26 















































Battle between Heraclius and Chosroes 
 Legend of the True Cross by Piero della Francesca
1452-66
San Francesco, Arezzo









Η καταγωγή των αγγέλων και η ανάδυση της μονοθεϊστικής ιδέας