Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2014

Αγαπημένη Ανεμόεσσα








Και το επόμενο πρωί, το νησί αναδύθηκε κι εκείνο από την απεραντοσύνη του πελάγου, ανάμεσα σε μαύρα κι άσπρα σύννεφα. Αντίκρυ τους, η θάλασσα – η θάλασσα πέρα ως πέρα, αφρίζοντας μέσα στο γκρίζο κι ασημένιο φως. Κανένα καράβι στ’ ανοιχτά ̇ τίποτε άλλο από το ατέρμονο κύλισμα των κυμάτων στην ορμή του ανέμου. Πέρα στον Νοτιά, ένας γυμνός, ρωμαλέος κάβος – ο ίδιος κάβος που είχε καβατζάρει, λένε, το καράβι του Αχιλλέα κινώντας για την Τροία, ανάλλαχτος από τότε. Μια στεριά με αμμουδιές, βράχια και χαντάκια ̇ το λιγοστό χώμα συγκρατημένο από ξερολιθιές. Λίγο πιο πάνω, μια υποψία πρασινάδας ̇ χωράφια κι ανθισμένες μυγδαλιές με τα πρώτα φυλλαράκια τους. Οι συκιές – άφυλλα κλωνιά, σταχτιά, τυραννισμένα, σαν ροζιασμένα δάχτυλα δείχνοντας τον μαύρο ουρανό. Τα λιβαδάκια με τα λιγοστά αγριολούλουδα – μελικάρια και ανεμώνες. Τα μονοπάτια που χάνονταν εκεί, ανάμεσα σε πυκνούς θάμνους. Τσομπάνηδες εδώ κι εκεί, με τη βράκα, το γελέκι, το μαντήλι, το ζωνάρι, τα τροχάδια. Κοπάδια και μαντριά – πέτρινοι φράχτες στεφανωμένοι με αγκάθια και το γερτό ξύλινο σήκανο στενάζοντας στον άνεμο. Κτίσματα φυτεμένα στα λοφάκια, να συνεχίζουν τη δουλειά της φύσης, ανάλλαχτα κι εκείνα από τη μια γενιά στην άλλη: πάτωμα στρωμένο με άμμο ̇ ασβεστωμένοι τοίχοι ̇ μικρά παράθυρα ̇ σκεπή επίπεδη, στρωμένη με χώμα σταχτογάλαζο ̇ ένας αραιός καπνός να αναθρώσκει από την καμινάδα ̇ ένα μαντρόσκυλο καθισμένο στο κατώφλι. Και μονομιάς, σε μια στροφή του δρόμου, απέναντί τους πάλι το χωριό, καινούργιο σαν να μην το είχαν ξαναδεί ποτέ: μια συμπαγής κυψέλη από κυβικά σπιτάκια, εκκλησάκια, καμάρες, τρούλους κωνικούς, ακουμπισμένη εκεί, ανάμεσα γης και ουρανού, ανάμεσα στον απόκρημνο βράχο του κάστρου και στις ήμερες πλαγιές των αντίπερα βουνών, που χαμήλωναν για να την κλείσουν λες στην αγκαλιά τους ̇ ακουμπισμένη απαλά όπως σε μια παλάμη – «να’ ναι η παλάμη του Θεού;», άκουσε να ρωτάει κάποιος μέσα του.



Γιάννης ΚιουρτσάκηςΕμείς οι Άλλοι, εκδ. «Κέδρος», 2000 (απόσπασμα)