Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

"Ἐλπῆνορ, πῶς ἦλθες...." (λ, 57)





Ελπήνωρ, Οδυσσέας και Ερμής 
αττική ερυθρόμορφη πελίκη,
Museum of Fine Arts, Boston




Ο ηδονικός Ελπήνωρ


Τὸν εἶδα χτὲς νὰ σταματᾶ στὴν πόρτα
κάτω ἀπὸ τὸ παράθυρό μου  ̇  
θά᾿ταν
ἑφτὰ περίπου  ̇ 
μιὰ γυναίκα ἦταν μαζί του.
Εἶχε τὸ φέρσιμο τοῦ Ἐλπήνορα, λίγο πρὶν πέσει
νὰ τσακιστεῖ, κι ὅμως δὲν ἦταν μεθυσμένος.
Μιλοῦσε πολὺ γρήγορα, κι ἐκείνη
κοίταζε ἀφηρημένη πρὸς τοὺς φωνογράφους̇

τὸν ἔκοβε καμιὰ φορὰ νὰ πεῖ μι φράση
κι ἔπειτα κοίταζε μ᾿ ἀνυπομονησία
ἐκεῖ ποὺ τηγανίζουν ψάρια̇
 σὰν τὴ γάτα.
Αὐτὸς ψιθύριζε μ᾿ ἕνα ἀποτσίγαρο σβηστὸ 

στὰ χείλια:


- Ἄκουσε ἀκόμη τοῦτο. Στὸ φεγγάρι
τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν κάποτε σὰν τὸ καλάμι
ἀνάμεσα σὲ ζωντανοὺς καρποὺς — τ᾿ ἀγάλματα̇
κι ἡ φλόγα γίνεται δροσερὴ πικροδάφνη,
ἡ φλόγα ποὺ καίει τὸν ἄνθρωπο, θέλω νὰ πῶ.



- Εἶναι τὸ φῶς... ἴσκιοι τῆς νύχτας...


- Ἴσως ἡ νύχτα ποὺ ἄνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινὸς κόρφος, καὶ σὲ γέμισε ἄστρα
κόβοντας τὸν καιρό.
                   Κι ὅμως τ᾿ ἀγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τὸν πόθο
στὰ δυό, σὰν τὸ ροδάκινο ̇ κι ἡ φλόγα
γίνεται φίλημα στὰ μέλη κι ἀναφιλητὸ
κι ἔπειτα φύλλο δροσερὸ ποὺ παίρνει ὁ ἄνεμος ̇

λυγίζουν ̇ γίνουνται ἀλαφριὰ μ᾿ ἕνα ἀνθρώπινο βάρος.
Δὲν τὸ ξεχνᾶς.


                             
              - Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.

- Ὄχι, σὲ κυνηγοῦν, πῶς δὲν τὸ βλέπεις;
θέλω νὰ πῶ μὲ τὰ σπασμένα μέλη τους,
μὲ τὴν ἀλλοτινὴ μορφή τους ποὺ δὲ γνώρισες
κι ὅμως τὴν ξέρεις.
                     Ὅπως ὅταν
στὰ τελευταῖα τῆς νιότης σου ἀγαπήσεις
γυναίκα ποὺ ἔμεινε ὄμορφη, κι ὅλο φοβᾶσαι,
καθὼς τὴν κράτησες γυμνὴ τὸ μεσημέρι,
τὴ μνήμη ποὺ ξυπνᾶ στὴν ἀγκαλιά σου ̇
φοβᾶσαι τὸ φιλὶ μὴ σὲ προδώσει
σ᾿ ἄλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
ποὺ ὡστόσο θὰ μποροῦσαν νὰ στοιχειώσουν
τόσο εὔκολα τόσο εὔκολα καὶ ν᾿ ἀναστήσουν
εἴδωλα στὸν καθρέφτη, σώματα ποὺ ἦταν 

μι φορὰ ̇
τὴν ἡδονή τους.
                     Ὅπως ὅταν
γυρίζεις ἀπ᾿ τὰ ξένα καὶ τύχει ν᾿ ἀνοίξεις
παλιὰ κασέλα κλειδωμένη ἀπὸ καιρὸ
καὶ βρεῖς κουρέλια ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσες
σὲ ὄμορφες ὧρες, σὲ γιορτὲς μὲ φῶτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, ποὺ ὅλο χαμηλώνουν
καὶ μένει μόνο τὸ ἄρωμα τῆς ἀπουσίας
μιᾶς νέας μορφῆς.
                     Ἀλήθεια, τὰ συντρίμμια
δὲν εἶναι ἐκεῖνα ̇  ἐσὺ ᾿σαι τὸ ρημάδι ̇
σὲ κυνηγοῦν μὲ μιά παράξενη παρθενιὰ
στὸ σπίτι στὸ γραφεῖο στὶς δεξιώσεις
τῶν μεγιστάνων, στὸν ἀνομολόγητο φόβο τοῦ ὕπνου ̇
μιλοῦν γιὰ περιστατικὰ ποὺ θὰ ἤθελες νὰ μὴν ὑπάρχουν
ἢ νὰ γινόντουσαν χρόνια μετὰ τὸ θάνατό σου,
κι αὐτὸ εἶναι δύσκολο γιατί...
                

                       
             - Τ᾿ ἀγάλματα εἶναι στὸ μουσεῖο.
Καληνύχτα.


       - ... γιατὶ τ᾿ ἀγάλματα δὲν εἶναι πιὰ συντρίμμια,
εἴμαστε ἐμεῖς. Τ᾿ ἀγάλματα λυγίζουν ἀλαφριὰ... καληνύχτα.



Ἐδῶ χωρίστηκαν. Αὐτὸς ἐπῆρε
τὴν ἀνηφόρα ποὺ τραβάει κατὰ τὴν Ἄρκτο
κι αὐτὴ προχώρεσε πρὸς τὸ πολύφωτο ἀκρογιάλι
ὅπου τὸ κύμα πνίγεται στὴ βοὴ τοῦ ραδιοφώνου:



 Τὸ ραδιόφωνο


«Πανιὰ στὸ φύσημα τοῦ ἀγέρα
ὁ νοῦς δὲν κράτησε ἄλλο ἀπὸ τὴ μέρα.

Ἄρωμα πεύκου καὶ σιγὴ
εὔκολα θ᾿ ἁπαλύνουν τὴν πληγὴ
ποὺ ἔκαμαν φεύγοντας ὁ ναύτης
ἡ σουσουράδα ὁ κοκωβιὸς κι ὁ μυγοχάφτης.
Γυναίκα ποὺ ἔμεινες χωρὶς ἁφή,
ἄκουσε τῶν ἀνέμων τὴν ταφή.



»Ἄδειασε τὸ χρυσὸ βαρέλι
ὁ γήλιος ἔγινε κουρέλι
σὲ μιᾶς μεσόκοπης λαιμὸ
ποὺ βήχει καὶ δὲν ἔχει τελειωμό ̇
τὸ καλοκαίρι ποὺ ταξίδεψε τὴ θλίβει
μὲ τὰ μαλάματα στοὺς ὤμους καὶ στὴν ἥβη.
Γυναίκα ποὺ ἔχασες τὸ φῶς,
ἄκουσε, τραγουδᾶ ὁ τυφλός.



»Σκοτείνιασε  ̇ κλεῖσε τὰ τζάμια ̇ 
κάνε σουραύλια μὲ τὰ χτεσινὰ καλάμια,
καὶ μὴν ἀνοίγεις ὅσο κι ἂ χτυποῦν ̇ 
φωνάζουν μὰ δὲν ἔχουν τί νὰ ποῦν.
Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,
κρίνα ἀπ᾿ τὴν ἄμμο, κι ἀπ᾿ τὴ θάλασσα 
ἀνεμῶνες ̇ 
γυναίκα ποὺ ἔχασες τὸ νοῦ,
ἄκου, περνᾶ τὸ ξόδι τοῦ νεροῦ...»



«Ἀθῆναι. Ἀνελίσσονται ραγδαίως
τὰ γεγονότα ποὺ ἤκουσε μὲ δέος
ἡ κοινὴ γνώμη. Ὁ κύριος ὑπουργὸς
ἐδήλωσεν, Δὲν μένει πλέον καιρός...»



«... πάρε κυκλάμινα... πευκοβελόνες...
κρίνα ἀπ᾿ τὴν ἄμμο... πευκοβελόνες...
γυναίκα...»

                «... ὑπερτερεῖ συντριπτικῶς.
Ὁ πόλεμος...»

                                 
                 ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ.




Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη, Ποιήματα, Αθήνα 1974.


Bronze mirror

                                   χάλκινος καθρέφτης με εγχάρακτο διάκοσμο,                                 ετρουσκικής προέλευσης
π. 350 - 300 π.Χ.
The Metropolitan Museum of Art, New York




Μη - ήρωας


Αὐτός, πού, ἀκούγοντας τὸ βῆμα τῶν συντρόφων του 
νὰ ξεμακραίνει πάνω στὰ χαλίκια, μὲς τὴ μέθη του,
ἀντὶ νὰ κατεβεῖ τὴ σκάλα πού ᾿χε ἀνέβει, πήδησε ἴσα τὸν τράχηλό του κόβοντας, 
ἔφτασε πρῶτος μπροστὰ στὸ μαῦρο στόμιο. 
Κι οὔτε ποὺ ἄγγιξε τὸ αἷμα τοῦ μαύρου κριαριοῦ. 
Τὸ μόνο ποὺ ζήτησε ἦταν μιὰ πήχη τόπος 
στ᾿ ἀκρογιάλι τῆς Αἰαίας
κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσουν τὸ κουπί του - ἐκεῖνο πού ᾿λαμνε 
πλάι στοὺς συντρόφους του. 
Τιμή, λοιπόν, καὶ δόξα στ᾿ ὄμορφο παλικάρι. 
Ἀλαφρόμυαλο τό ᾿παν. Ὡστόσο μήπως δὲ βοήθησε κ᾿ ἐκεῖνο κατὰ δύναμη στὸ μεγάλο ταξίδι τους; 
Γιὰ τοῦτο, κιόλας, ὁ Ποιητὴς τὸ μνημονεύει χώρια, ἂν καὶ μὲ κάποια περιφρόνηση,
κ᾿ ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ πιότερο ἔρωτα.




Γιάννης ΡίτσοςΜαρτυρίες. Σειρά δεύτερη, Αθήνα 1977.





Αρχείο:Römischer Meister um 125 v. Chr. 001.jpg

νωπογραφία, περ. 60 - 40 π.Χ.
Βιβλιοθήκη Βατικανού




Ελπήνωρ
                                                     

                                                                     Eλπήνορ, πώς ήλθες...
                                                 ΟΜΗΡΟΣ                        


Tοπίο θανάτου. H πετρωμένη θάλασσα τα μαύρα κυπαρίσσια
το χαμηλό ακρογιάλι ρημαγμένο από τ' αλάτι και το φως
τα κούφια βράχια ο αδυσώπητος ήλιος απάνω
και μήτε κύλισμα νερού μήτε πουλιού φτερούγα
μονάχα απέραντη αρυτίδωτη πηχτή σιγή.


Ήταν κάποιος από τη συνοδεία που τον αντίκρισε
όχι ο πιο γέροντας: Kοιτάχτε ο Eλπήνωρ πρέπει νά' ναι εκείνος.
Eστρίψαμε τα μάτια γρήγορα. Παράξενο πώς θυμηθήκαμε
αφού είχε η μνήμη ξεραθεί σαν ποταμιά το καλοκαίρι.
Ήταν αυτός ο Eλπήνωρ πράγματι στα μαύρα κυπαρίσσια
τυφλός από τον ήλιο και τους στοχασμούς
σκαλίζοντας την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα.
Kαι τότε τον εφώναξα με μια χαρούμενη φωνή: Eλπήνορα,
Eλπήνορα πώς βρέθηκες ξάφνου σ' αυτή τη χώρα;
είχες τελειώσει με το μαύρο σίδερο μπηγμένο στα πλευρά
τον περσινό χειμώνα κι είδαμε στα χείλη σου το αίμα πηχτό
καθώς εστέγνωνε η καρδιά σου δίπλα στου σκαρμού το ξύλο.
M' ένα κουπί σπασμένο σε φυτέψαμε στην άκρη του γιαλού
ν' ακούς τ' ανέμου το μουρμούρισμα το ρόχθο της θαλάσσης.
Tώρα πώς είσαι τόσο ζωντανός; πώς βρέθηκες σ' αυτή τη χώρα
τυφλός από την πίκρα και τους στοχασμούς;


Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Kαι τότε πάλι εφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Eλπήνορα πού'χες λαγού μαλλί
για φυλαχτάρι κρεμασμένο στο λαιμό σου Eλπήνορα
χαμένε στις απέραντες παράγραφους της ιστορίας
εγώ σε κράζω και σα σπήλαιο αντιλαλούν τα στήθια μου
πώς ήρθες φίλε αλλοτινέ πώς μπόρεσες
να φτάσεις το κατάμαυρο καράβι που μας φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω απ' τον ήλιον αποκρίσου
αν η καρδιά σου επιθυμεί μαζί μας νάρθεις αποκρίσου.


Δε γύρισε να ιδεί. Δεν άκουσε. Ξανάδεσε η σιωπή τριγύρω.
Tο φως σκάβοντας ακατάπαυστα βαθούλωνε τη γη.
H θάλασσα τα κυπαρίσσια τ' ακρογιάλι πετρωμένα
σ' ακινησία θανατερή. Kαι μόνο αυτός ο Eλπήνωρ
που τον γυρεύαμε με τόση επιμονή μες στα παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος απ' την πίκρα της παντοτινής του μοναξιάς
με τον ήλιο να πέφτει στα κενά των στοχασμών του
σκαλίζοντας τυφλός την άμμο μ' ακρωτηριασμένα δάχτυλα
σαν όραμα έφευγε και χάνονταν αργά
στον αδειανό χωρίς φτερά χωρίς ηχώ γαλάζιο αιθέρα.




Τάκης ΣινόπουλοςΣυλλογή, I, Αθήνα 1976


























Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Prophet Elias in byzantine art





Prophet Elias (detail from the Transfiguration apsis mosaic, 
ca. 560-565,
The Holy Monastery of Saint Catherine, Sinai, Egypt)








Взятие Илии на небо

Elias' ascension, Theodore Psalter, 1066
(London, BL, Ms Add. 19352, fol. 27v)









Prophet Elias, late eleventh century fresco,
Elmalı kilise at Göreme, Cappadocia, Turkey









Panagia tou Arakou, late 12th c.
Lagoudera, Cyprus









Icon, 1180 - 1200
Byzantine Museum of Kastoria








The Prophet Elijah

Prophet Elias, icon, first quarter of the 13th c.
The Holy Monastery of Saint Catherine, Sinai, Egypt









Birth of Elias 
Moraca Monastery (1252),
Montenegro, Serbia








Elias fed by raven, Moraca Monastery, 
Montenegro, Serbia









Elias' ascension 
ca. 1311-1322
St. Nicholas Orphanos, Thessaloniki









ca. 1312 - 1321/1322
Monastery of the Theotokos at Gračanica, Kosovo, Serbia









ca. 1335 - 1350
Dečani monastery, Kosovo, Serbia










1378, Theophanes the Greek









Icon: Prophet Elijah in the Wilderness

Prophet Elias in the wilderness, late 14th-15th c. 
Thessaloniki

























Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

" igitur censeo delendam esse Carthaginem..."




File:Tharros - Sardinia - Italy - 30.jpg

Tharros, ancient city ruins on the west coast, 
province of Oristano, Sardinia, Italy.










Trireme, a mosaic from Carthage
Bardo Museum, Tunis











Siculo Punic, 350-325 B.C.
Tetradrachm. Artemis-Arethusa l., four dolphins around/
Horse, palm tree behind, Punic inscription below.
































































                                                 




Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Γιάννης Μαρκόπουλος, Μικρές Αφροδίτες (1963)

















                                                                                                                                                   πηγή
































Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

παλιά καφενεία του Αιγαίου






Αμοργός, Κατάπολα
στο καφενείο του Δρόσου













Οπωροπαντοπωλείο - Καφενείο Ο Χορευτής












καφενείο - παντοπωλείο Το Κύμα




























Κως
Καφενείον Δ. Ματθαίου














καφενείο Νιώτης






































































































Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Καλιγούλας τύραννος και τρωκτικών ελπίδες...











ΕΛΙΚΩΝ: Καλημέρα Γάιε.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Σα να μη συμβαίνει τίποτα) Καλημέρα Ελίκων.
ΕΛΙΚΩΝ: Φαίνεσαι κουρασμένος.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Περπάτησα πολύ.
ΕΛΙΚΩΝ: Ναι, έλειψες κάμποσο.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ήτανε δύσκολο να το βρω.
ΕΛΙΚΩΝ: Να βρεις τι;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Αυτό που γύρευα.
ΕΛΙΚΩΝ: Τι γύρευες;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Στον ίδιο τόνο, σα να μη συμβαίνει τίποτα) Το φεγγάρι.
ΕΛΙΚΩΝ: Τι;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ναι, γύρευα το φεγγάρι.
ΕΛΙΚΩΝ: Α! (Σιωπή. Ο Ελίκων πλησιάζει τον Καλιγούλα) Για να το κάνεις τι;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Να σου πω... Είναι από τα πράγματα που δεν έχω.
ΕΛΙΚΩΝ: Καταλαβαίνω. Και τώρα τα κατάφερες;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Όχι, δεν μπόρεσα να το αποκτήσω.
ΕΛΙΚΩΝ: Λυπηρό αυτό.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ναι και γι' αυτό είμαι κουρασμένος. (δεν μιλά για λίγο. Έπειτα λέει) Ελίκων!
ΕΛΙΚΩΝ: Ναι, Γάιε.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Νομίζεις ότι είμαι τρελός.
ΕΛΙΚΩΝ: Το ξέρεις καλά ότι δεν σκέφτομαι ποτέ. Παραείμαι έξυπνος για να σκέφτομαι.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Ναι. Τέλος πάντων! Κι όμως, τρελός δεν είμαι, και ποτέ μου δεν ήμουν περισσότερο λογικός απ' όσο τώρα. Απλώς, αισθάνθηκα άξαφνα την ανάγκη ν' αποκτήσω το αδύνατο. (Μένει για λίγο σιωπηλός). Τα πράγματα όπως είναι, δε μου φαίνονται ικανοποιητικά.
ΕΛΙΚΩΝ: Την άποψή σου συμμερίζονται πολλοί.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Δίκιο έχεις. Παλιότερα, όμως, δεν το ήξερα. Τώρα, ξέρω. (Συνεχίζει στον ίδιο τόνο σαν να μη συμβαίνει τίποτα). Ο κόσμος αυτός όπως τον έχουν κάνει, είναι ανυπόφορος. Για τούτο κι έχω ανάγκη ν ' αποκτήσω το φεγγάρι, ή την ευτυχία, ή την αθανασία, κάτι που μπορεί να φαίνεται τρελό, μα που δεν είναι τούτου του κόσμου.
ΕΛΙΚΩΝ: Το επιχείρημά σου έχει συνοχή. Γενικά, όμως, δεν το φτάνουν μέχρι το τέλος του.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Σηκώνεται όρθιος, εξακολουθεί να μιλάει ήρεμα). Εδώ, πέφτεις έξω. Τίποτα δεν έχει κατορθωθεί στο παρελθόν, γιατί κανένας δεν προχωρούσε τις ιδέες του μέχρι το τέλος. Ίσως, όμως, ν΄ αρκεί να μείνεις συνεπής μέχρι το τέλος. Ξέρω τι σκέφτεσαι. Μεγάλο κακό για μια γυναίκα που πέθανε! Δεν είναι έτσι, όμως. Είναι αλήθεια, νομίζω, πως θυμάμαι να πέθανε μια γυναίκα που αγαπούσα πριν από λίγες μέρες. Τι είναι, άραγε, ο έρωτας; Μικροπράγματα. Σου ορκίζομαι ότι ο θάνατός της δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μονάχα το δείγμα μιας αλήθειας που κάνει απαραίτητο για μένα το φεγγάρι. Είναι μια αλήθεια απλούστατη και ολοφάνερη, ίσως λιγάκι ανόητη, δυσεύρετη όμως και δυσβάσταχτη.
ΕΛΙΚΩΝ: Ποια είναι αυτή η αλήθεια;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Με μάτια στραμμένα αλλού και φωνή άχρωμη). Οι άνθρωποι πεθαίνουν, και δεν είναι ευτυχισμένοι.
ΕΛΙΚΩΝ: (Αφού μένει για λίγο αμίλητος) Ηρέμησε, Γάιε, πρόκειται για μιαν αλήθεια με την οποία συμφιλιώνονται εύκολα οι άνθρωποι. Κοίταξε μόνο γύρω σου. Δεν τους εμποδίζει αυτό ν' απολαμβάνουν το γεύμα τους.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Αγριεύει άξαφνα). Αυτό, αποδεικνύει όλο κι όλο ότι με περιτριγυρίζει το ψέμα, ενώ εγώ θέλω να ζω μες στην αλήθεια! Και έχω τα μέσα να τους κάνω να ζήσουν μες στην αλήθεια. Γιατί ξέρω τι τους λείπει Ελίκων. Δεν έχουν γνώση και τους λείπει ένας δάσκαλος που να ξέρει για τι μιλάει.
ΕΛΙΚΩΝ: Μην προσβληθείς, Γάιε, απ' αυτό που θα σου πω. Θα 'πρεπε, όμως, πρώτα να ξεκουραστείς λιγάκι.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Κάθεται πάλι, και η φωνή του ξαναγίνεται ήρεμη). Αυτό δεν είναι δυνατόν, Ελίκων, αυτό δεν θα 'ναι ποτέ πια δυνατόν.
ΕΛΙΚΩΝ: Γιατί;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Αν κοιμηθώ, ποιος θα μου δώσει το φεγγάρι;
ΕΛΙΚΩΝ: (Αφού μένει για λίγο αμίλητος) Σωστό κι αυτό.

................













ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Κάθεται κοντά στην Καισονία). Άκου με προσοχή. Στάδιο πρώτο: όλοι οι πατρίκιοι, όλοι οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας που έχουν περιουσία -ανεξάρτητα από το αν η περιουσία τους είναι μικρή ή μεγάλη- οφείλουν υποχρεωτικά ν' αποκληρώσουν τα παιδιά τους και να κάνουν διαθήκη, με την οποία θ' αφήνουν την περιουσία τους στο κράτος.
ΤΑΜΙΑΣ: Μα, Καίσαρ...
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Δεν σου έδωσα ακόμα το λόγο. Ανάλογα με τις ανάγκες μας, θα θανατώνουμε αυτά τα πρόσωπα με μια σειρά που θα την εγκαθιδρύουμε αυθαίρετα. Αν χρειαστεί, θα μπορούμε να παραβιάζουμε, αυθαίρετα φυσικά, αυτή τη σειρά. Και θα κληρονομούμε εμείς.
ΚΑΙΣΙΟΝΙΑ: (Ξεφεύγει από το αγκάλιασμά του). Τί σ' έπιασε;
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: (Ατάραχος). Η σειρά με την οποία θα γίνουν οι εκτελέσεις, δεν έχει στην πραγματικότητα καμία σημασία. Ή μάλλον, όλες αυτές οι εκτελέσεις έχουν ίση σπουδαιότητα, πράγμα από το οποίο έπεται ότι καμιά τους δεν έχει καμία σπουδαιότητα. Εξάλλου, όλοι τους είναι εξίσου ένοχοι. Σημειώστε, ακόμα, ότι το να κλέβεις άμεσα τους πολίτες δεν είναι πιο ανήθικο από το να επιβάλλεις έμμεσους φόρους που κάνουν πιο ακριβά τα είδη πρώτης ανάγκης. Το να κυβερνάς, σημαίνει να κλέβεις -κι αυτό το ξέρει όλος ο κόσμος. Σημασία, όμως, έχει ο τρόπος που το κάνεις. Εγώ, σκοπεύω να κλέβω ανοιχτά. Κι αυτό θα σας ξυπνήσει λιγάκι. (Στον ταμία, επιτακτικά). Θα εκτελέσεις αμέσως χωρίς χρονοτριβή, τις διαταγές αυτές. Τις διαθήκες θα τις υπογράψουν απόψε οι κάτοικοι της Ρώμης, ενώ οι κάτοικοι των πιο μακρινών επαρχιών έχουν ενός μηνός διορία. Στείλε αμέσως τους κήρυκες...
ΤΑΜΙΑΣ: Καίσαρ, δεν παίρνεις υπόψη σου...
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Άνοιξε καλά τ΄αυτιά σου, ηλίθιε. Αν είναι σπουδαίο το Δημόσιο Ταμείο, τότε δεν είναι σπουδαία η ανθρώπινη ζωή. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Όλοι όσοι σκέφτονται σαν κι εσένα πρέπει να δεχτούν για πειστικό αυτό το επιχείρημα, και να υπολογίζουν τη ζωή τους σαν ένα τίποτα εφόσον μετράνε την περιουσία τους για το παν. Στο μεταξύ, εγώ έχω πάρει την απόφαση να είμαι λογικός και, αφού κατέχω την εξουσία, θα δείτε τι θα σας κοστίσει η λογική. Θα εξολοθρεύσω τόσο εκείνους που αντιφάσκουν, όσο και τις αντιφάσεις τις ίδιες. Και θ' αρχίσω από σένα αν χρειαστεί.
ΤΑΜΙΑΣ: Καίσαρ, σου ορκίζομαι ότι μπορείς να βασίζεσαι στην καλή μου θέληση.
ΚΑΛΙΓΟΥΛΑΣ: Και συ στη δική μου, να είσαι απόλυτα σίγουρος. Απόδειξη γι αυτό είναι το ότι δέχτηκα την άποψή σου, και σκέφτομαι πώς να ωφελήσω το Δημόσιο Ταμείο. Κοντολογίς, πρέπει να μου πεις «ευχαριστώ» γιατί μπαίνω στο δικό σου παιχνίδι και παίζω με τα δικά σου χαρτιά. (Σωπαίνει για λίγο, και εξακολουθεί ήρεμα). Εξάλλου, το σχέδιό μου, εξαιτίας της απλότητάς του, μπορεί να θεωρηθεί μεγαλοφυές – πράγμα που κλείνει τη συζήτηση. Σου δίνω τρία δευτερόλεπτα για να χαθείς από τα μάτια μου. Ένα... (ο ταμίας φεύγει τρέχοντας).


Αλμπέρ Καμύ, Καλιγούλας, εκδ. Κατσάνος (αποσπάσματα)