Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Zülfü Livaneli - Meral Uğurlu - Vassiliki Papageorgiou & Gündoğarken






                                             
1204
                                                                                              πηγή











                             πηγή











gunerguk


























angel                                                             Κωνσταντινούπολη/İstanbul, Αγία Σοφία/Ayasofya                                       πηγή

Παρασκευή, 24 Μαΐου 2013

Από ξένο τόπο...










Sacrificio di Ifigeneia 
Pompei, Casa del Poeta Tragico














































Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Οι tricksters ή 'toons και η μετανεωτερική εικόνα της Βασιλείας









"Tricksters* or fakes,
assistants or  'toons,
they are the exemplars of the coming community."

Giorgio Agamben




* "Τrickster" είναι ο σπάνιος αγγλικός όρος  του 18ου αιώνα που σχετίζεται με την εφαρμογή ενός "τρικ" σε παιχνίδια τράπουλας. Ο γαλλικός όρος "tricher" προσθέτει και την έννοια του να "κλέψει ή να ξεγελάσει" κανείς κάποιον σε ένα παιχνίδι και πέραν αυτού. Ο άλλος αγγλικός όρος που επίσης συνδέεται εδώ ετυμολογικά είναι η λέξη "trigger" με την έννοια του να προκαλέσει κάποιος κάτι. Η κοινή ιδέα των παραπάνω λέξεων είναι η πρόκληση ενός αποτελέσματος ανεξάρτητα ή και αδιάφορα από τις συνέπειές του, ακόμα και άνευ λόγου. Οι tricksters, λοιπόν, δρουν πέραν του καλού και του κακού και είναι υπεύθυνοι και για τα δύο.


Giorgio Agamben, La communita che viene,  Torino 1990  -  ελλ. έκδ.: Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, Ίνδικτος, 2007, σελ. 74









Στα μυθιστορήματα του Κάφκα απαντάμε πλάσματα που ονομάζονται βοηθοί (Gehilfen). Φαίνεται όμως πως στην πραγματικότητα αυτά δεν είναι σε θέση να προσφέρουν καμιά βοήθεια. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα, δεν έχουν κανένα "χάρισμα", το μόνο που ξέρουν είναι να προκαλούν μπελάδες, να παιδιαρίζουν και να κάνουν κουταμάρες, είναι "οχληροί", και, επίσης, συχνά, "ξεδιάντροποι" και "έκφυλοι". Όσον αφορά το παρουσιαστικό τους διαφέρουν μόνο ως προς το όνομά τους (Αρθούρος, Ιερεμίας), μοιάζουν μεταξύ τους "όπως τα φίδια". Και, παρ' όλα αυτά, είναι προσεκτικοί παρατηρητές, "εύστροφοι", και "ξέρουν να ελίσσονται", έχουν σπινθιροβόλο βλέμμα και, σε αντίθεση με τους παιδιάστικους τρόπους τους, πρόσωπα που δείχνουν ενηλίκων, "σπουδαστών, σχεδόν", και μακριές και πυκνές γενειάδες. Κάποιος, δεν ξέρουμε ποιος ακριβώς, μας τους εμπιστεύτηκε και δεν μπορούμε να τους ξεφορτωθούμε εύκολα. Εν ολίγοις, "δεν γνωρίζουμε ποιοί είναι", ίσως είναι "απεσταλμένοι" του εχθρού (γεγονός που θα εξηγούσε γιατί δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να καιροφυλακτούν και να κατασκοπεύουν). Και όμως μοιάζουν με τους αγγέλους, με αγγελιοφόρους που αγνοούν το περιεχόμενο των επιστολών που οφείλουν να εγχειρίσουν, αλλά των οποίων το χαμόγελο, το βλέμμα, και αυτός ακόμη ο τρόπος με τον οποίο περπατούν φαίνεται "να συνιστούν ένα μήνυμα".


Ο καθένας από εμάς γνώρισε τέτοια πλάσματα, τα οποία ο Μπένγιαμιν αποκαλεί 'του λυκόφωτος' και ημιτελή, όμοια με τους γκαντχάρβα των ινδικών σάγκα, κατά το ήμισυ ουράνιοι δαίμονες και κατά το ήμισυ καταχθόνια δαιμόνια. "Κανένα από αυτά δεν έχει μία σταθερή, προκαθορισμένη θέση, ούτε ξεκάθαρο και συγκεκριμένο περίγραμμα, ώστε να μη συγχέεται με κάποιο άλλο ̇ κανένα που να μην μπορεί να ανέβει ή να εκπέσει ̇ κανένα που να μην μπορεί  να πάρει τη θέση του εχθρού του ή του πλαϊνού του ṅ κανένα που να μην έχει ήδη ενηλικιωθεί και που ωστόσο να μην εξακολουθεί να είναι ακόμη ανώριμο ̇ κανένα που να μην είναι εντελώς καταπονημένο και όμως στην αρχή ακόμη ενός μακρινού ταξιδιού". Περισσότερο έξυπνα και χαρισματικά από τους άλλους φίλους μας, πρόθυμα πάντα να αφεθούν σε φαντασιώσεις, ονειροπολήσεις και σχέδια για τα οποία φαίνεται πως διαθέτουν όλα τα τάλαντα, δεν κατορθώνουν όμως να φέρουν σε πέρας τίποτα και έτσι, σε γενικές γραμμές, μένουν πάντα χωρίς πραγματικό έργο. Αυτοί οι βοηθοί ενσαρκώνουν τον τύπο του αιώνιου φοιτητή και του απατεώνα, που κακογερνάει και που, στο τέλος, οφείλουμε, ακόμη και με βαριά καρδιά, να του γυρίσουμε την πλάτη. Και όμως σε αυτούς κάτι, ένα ανολοκλήρωτο νεύμα, μία απρόσμενη χάρη, μία κάποια μαθηματική μεγαλαυχία στις κρίσεις και στο γούστο, μία αιθέρια και ανάλαφρη επιδεξιότητα των μελών και των λέξεων, μαρτυρά ότι ανήκουν σε έναν παραπληρωματικό κόσμο, υπαινίσσεται μία χαμένη ιθαγένεια ή ένα απαραβίαστο αλλαχού. Υπό αυτή την έννοια, μία βοήθεια μας την έχουν παράσχει, ακόμη και αν δεν κατορθώνουμε να πούμε ποιά. Ίσως να συνίσταται ακριβώς στο γεγονός πως αυτοί είναι αβοήθητοι, ότι οι ίδιοι δεν δέχονται καμιά βοήθεια, στο γεγονός ότι πεισματικά επιμένουν πως: "για μας δεν μπορεί να γίνει τίποτα" ̇ ωστόσο, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, γνωρίζουμε ότι στο τέλος τέλος, κατά κάποιον τρόπο, τους προδώσαμε.


Ίσως επειδή το μικρό παιδί είναι μία ατελής ύπαρξη, η παιδική λογοτεχνία βρίθει βοηθών ̇ είναι γεμάτη με υπάρξεις παράλληλες ή προσεγγιστικές, πάρα πολύ μικρές ή υπερβολικά μεγάλες, ξωτικά, τελώνια, νύμφες, αγαθούς γίγαντες, δαιμόνια και ιδιότροπες νεραϊδούλες, γρύλους και σαλιγκάρια που μιλάνε.. και άλλα μαγεμένα πλασματάκια τα οποία τη στιγμή του κινδύνου ξεφυτρώνουν ως εκ θαύματος για να σώσουν από μπελάδες και δυσάρεστες καταστάσεις την καλή πριγκίπισσα ή τον Γιάννη τον Άφοβο. Είναι οι ήρωες που ο αφηγητής ξεχνά στο τέλος της ιστορίας, όταν οι πρωταγωνιστές ζουν ευτυχείς και ευχαριστημένοι μέχρι τον θάνατό τους ̇ γι' αυτούς όμως, για εκείνο το αισχρό και αταξινόμητο "συρφετολόι", στους οποίους, κατά βάθος, οφείλουν τα πάντα, δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο, καθώς δεν μας δίδεται καμία άλλη πληροφορία. Κι όμως, για ρωτήστε τον Πρόσπερο, όταν απελευθέρωσε όλα τα πνεύματα και εγκατέλειψε τη μαγεία, επιστρέφοντας, με τους άλλους ανθρώπους, στο δουκάτο του, τι είναι η ζωή χωρίς τον Άριελ.


Ένας τέλειος τύπος βοηθού είναι ο Πινόκιο, η θαυμαστή ξύλινη μαριονέτα που ο Τζεπέτο κατασκευάζει για να γυρίσει τον κόσμο μαζί του και να κερδίζει με τον τρόπο αυτόν "ένα κομμάτι ψωμί και ένα ποτήρι κρασί". Ούτε νεκρός ούτε ζωντανός, κατά το ήμισυ γκόλεμ και κατά το ήμισυ ρομπότ, πάντα πρόθυμος να υποκύψει σε όλους τους πειρασμούς και να υποσχεθεί, μετά από μία στιγμή, πως "από δω και στο εξής θα είμαι καλός", αυτό το αιώνιο αρχέτυπο της σοβαρότητας και της χάρης του μη ανθρώπινου, στην πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος, πριν στον συγγραφέα κατέβει η ιδέα να προσθέσει ένα ηθοπλαστικό τέλος, σε κάποιο σημείο "τεντώνει τα πόδια" και πεθαίνει με τον πλέον επαίσχυντο τρόπο, αλλά χωρίς να γίνει παιδί.. Ίδιας πάστας είναι και οι "βοηθοί" του Βάλσερ, αθεράπευτα και ξεροκέφαλα απασχολημένοι στη συνεργασία ενός εντελώς περιττού, για να μην πούμε ποταπού, έργου. Αν μελετούν - και φαίνεται πως μελετούν σκληρά - είναι για να γίνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό.






Το κεφάλαιο 366 των Ελλάμψεων της Μέκκας (1201), του αριστουργήματος του μεγάλου σούφι Ιμπν αλ-Αράμπι (1165-1240), είναι αφιερωμένο στους "υπηρέτες του Μεσσία".  Αυτοί οι βοηθοί ([γ]ουζάρα, πληθυντικός αριθμός του ουαζίρ ̇ πρόκειται για τον βεζίρη που τόσες φορές συναντήσαμε στο Χίλιες και μια νύχτες) είναι άνθρωποι που, στους βέβηλους καιρούς, κατέχουν ήδη τα χαρακτηριστικά των μεσσιανικών χρόνων, ανήκουν κιόλας στην έσχατη ημέρα.. Ο Μαχδή (Μεχδή, Μάγδης), ο Μεσσίας που καταφτάνει στο πέρας του χρόνου, χρειάζεται τους βοηθούς του, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο είναι και οι οδηγοί του, αν και αυτοί, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά προσωποποιήσεις των ιδιοτήτων, των αρετών και των "σταθμών" της ίδιας της σοφίας του. Χάρη στους βοηθούς του, ο Μαχδή μπορεί να κατανοήσει τη γλώσσα των ζώων και να επεκτείνει τη δικαιοσύνη του τόσο στους ανθρώπους όσο και στα τελώνια, στα τζίνια, στους δαίμονες και στα πνεύματα. Πράγματι, ένα από τα χαρίσματα των βοηθών είναι το γεγονός ότι μεταφράζουν (μουτάρζαμ) τη γλώσσα του Θεού στη γλώσσα των ανθρώπων.


Η ιδέα ότι το Βασίλειο είναι παρόν στους βέβηλους καιρούς με μορφές ύποπτες, δυσοίωνες και στρεβλές, ότι τα στοιχεία της τελικής κατάστασης κρύβονται ακριβώς σε ό,τι σήμερα μας φαίνεται χυδαίο, επονείδιστο και καταγέλαστο, ότι η ντροπή, εν ολίγοις, σχετίζεται λάθρα με τη δόξα, είναι ένα βαθύτατο μεσσιανικό θέμα.. Οι βοηθοί είναι οι επιθυμίες μας που δεν εισακούστηκαν, εκείνες που δεν έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε ούτε στον ίδιο τον εαυτό μας, που την ημέρα της Κρίσεως θα έρθουν να μας ανταμώσουν χαμογελώντας..  Να βασιλεύεις δεν σημαίνει να εισακούς. Σημαίνει πως ό,τι δεν εισακούστηκε είναι αυτό που απομένει.


Ο βοηθός είναι η μορφή εκείνου που χάνεται. Ή, καλύτερα, της σχέσης με ό,τι χάθηκε. Ανά πάσα στιγμή, το μέγεθος της λήθης, της ερήμωσης και του αφανισμού, η οντολογική διασπάθιση που κουβαλάμε μέσα μας υπερβαίνει κατά πολύ το έλεος των αναμνήσεών μας και της συνείδησής μας.. Ό,τι απωλέσθη δεν αξιώνει μόνο να το θυμούνται ή να εισακούεται, αλλά να μένει εντός μας ως απολησμονημένο, ως απολεσθέν - και γι' αυτό ως αλησμόνητο.


Giorgio Agamben, Profanazioni, 2005 (ελλ. έκδ.: Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Άγρα, 2006 - αποσπάσματα)


















Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

başına döndüğüm








στίχοι:  Asik Ikrami
περιοχή: Kars
  



Basina döndügüm kurban oldugum
Aglar dolaniram yar deyi deyi
Ezel bahar yaz aylari misali
Çaglar dolaniram yar deyi deyi



Çoktan beri terketmisem ben yari
Hasta yüregimden çikmiyor zari
Yanar oldu sönmez yüregim nari
Daglar dolaniram yar deyi dey



Ikram'in derdine yoktur çareler
Eksik olmaz su sinemde yareler
Aylar günler sene ile kareler
Baglar dolaniram yar deyi deyi





















                                      view over the city of Kars

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

"Μη γίνεσαι πεπρωμένον": Μνήμη Νίκου Γκάτσου













Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου που-
     κάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις το θάνατο
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του
     πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα' ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα
     των φαντασμάτων
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρού-
     μενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο σιτάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό
     για τη σκόνη...



Νίκος Γκάτσος (από την Αμοργό)








                     πηγή











































Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Χειρ Αγγέλου







Ο Άγιος Φανούριος πατά πάνω σε δράκοντα
Ναός Αγίας Αικατερίνης, Φολέγανδρος











Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει τον δράκοντα
Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα
                                                              

                     
                               



 Άγγελος Ακοτάντος 
Ο ζωγράφος που ενέπνευσε 
τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο;











Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα












































Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Εις Άδου Κάθοδος / Ανάσταση







                                  πηγή











Η Ανάστασις, 12ος αι.
Καππαδοκία, Goreme, Karanlik Kilise

























Η Ανάσταση 
ζωγράφος Πανσέληνος (τέλη 13ου-αρχές 14ου αι.) 
Ναός Πρωτάτου, Καρυές Αγ. Όρους













Icon from the Church of the Mother of God Peribleptos (St. Clement’s) 
Michael and Eutychios icon-painters, 1295 - 1317, Ohrid













φορητή εικόνα της Ανάστασης
1350-1375, Walters Art Museum











Η Ανάστασις, εικόνα Δωδεκαόρτου, μέσα 16ου αι.
Ζωγράφος Θεοφάνης ο Κρης, 
Ι. Μ. Σταυρονικήτα Αγίου Όρους










Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

«Παρ’ ἄκοντας ἦλθε σωφρονεῖν»: Για τη δεινότητα του ανθρώπου και την ουσία του τραγικού. Απένθητο γένος.









   ..Αλλά παρ’ όλον ότι ο Λόγος κυκλοφορεί μέσα στην ουσία του παντός, ο Λόγος της ψυχής, η δύναμη δηλαδή που την ενοποιεί και της δίνει μια φόρμα (ένα «πέρας») είναι τόσο βαθιά κρυμμένος μέσα στα βάθη της Ψυχής, ώστε απ’ έξω η Ψυχή παρουσιάζεται σαν ένα «άπειρον», σαν ένα άμορφο σύνολο. Και παρ’ όλο ότι αυτός ο Λόγος της ψυχής μπορεί να γονιμοποιεί τον εαυτό του και να αυξαίνει από την ίδια του την αυτενέργεια, ο άνθρωπος μένει πάντοτε το «δεινότατον των ὄντων». Αυτός ο σχεδόν αμετάφραστος όρος «δεινός», που σημαίνει ταυτόχρονα κάτι το αποτρόπαιο, το φοβερό και το θαυμαστό, δηλώνει τα όντα που η φύση τους ή οι αναλογίες τους ξεπερνάν κάθε μέτρο και που γι’αυτό προξενούν το «θάμβος» και είναι αντικείμενα ενός δέους. Απ’αυτήν την άποψη, ο σοφόκλειος ύμνος δεν σημαίνει μόνο «Πολλά τα θαυμαστά και τίποτα δεν είναι πιο θαυμαστό από τον άνθρωπο». Στη φροντίδα της να τονίσει, ό,τι εξυψώνει τον άνθρωπο και αδυνατίζει τους δαίμονες, η παραδεδομένη μετάφραση προδίνει τη ριζική ambiguité του όρου «δεινός».

   Δεν είναι δυνατό όμως να καταλάβουμε την αληθινή σημασία αυτού του ύμνου για τον άνθρωπο, αν δεν καταλάβουμε ότι δεν είναι παρά μια απάντηση στο ερώτημα του Αισχύλου:


Πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει
δεινὰ δειμάτων ἄχη
πόντιαί τ’ ἀγκάλαι κνωδάλων
ἀνταίων βροτοῖσι ̇
βλαστοῦσι καὶ πεδαίχμιοι
λαμπάδες πεδάοροι ̇
πτανά τε καὶ πεδοβάμονα κ’ ἀνεμόεντ’ ἄν
αἰγίδων φράσαι κότον.
Ἀλλ’ ὑπέρτολμον ἀν –
δρὸς φρόνημα τίς λέγοι...;
Αισχύλου, Χοηφόροι, 585 – 595


  αν δεν καταλάβουμε δηλαδή ότι, για να μπορέσουν οι Έλληνες να υμνήσουν τη «θετική» όψη της ανθρώπινης δεινότητας, χρειάστηκαν πρώτα να ζήσουν ως την άκρη το φόβο και την ενοχή που ξυπνάει μες τον άνθρωπο η ίδια του η δύναμη.

 ...Οπωσδήποτε, και για τον Αισχύλο και για τον Σοφοκλή, ο άνθρωπος μένει δεινότατος, γιατί η υπέρμετρη θέλησή του («ὑπέρμετρον φρόνημα»: Χοηφ. 595, «τόλμας χάριν»: Αντιγ. 372) τον κάνει να πέφτει λεία αυτών των εκμηδενιστικών δυνάμεων της Ύβρεως, της Πλεονεξίας, της Έριδας και της Αδικίας, που σπρώχνουν τα όντα να παραβούν τη νομιμότητα των αναμεταξύ τους σχέσεων, να περάσουν τα μέτρα που τους ορίζει η τάξη του κόσμου, απειλώντας έτσι αυτό το ίδιο το θεμέλιο του Είναι. Θέμα της Τραγωδίας δεν είναι η διαλεκτική των πράξεων που εκτοξεύει ο άνθρωπος απειλώντας τον κόσμο, αλλά η μοιραία διαδικασία με την οποία ο κόσμος εκμηδενίζει τις δυνάμεις που τον απειλούν. Η καταστροφή του τραγικού ήρωα δε θίγει, αλλά αποκατασταίνει τον κόσμο στην καθαρή του νομιμότητα. Το διονυσιακό κοινό δεν ταυτίζεται με τον εκμηδενιζόμενο ήρωα, αλλά με τον νόμο που τον εκμηδενίζει.

   Το Τραγικό θεμελιώνεται πάνω σ’ αυτό το «χρεών» που επιτάσσεται – όπως επιτάσσεται η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης – από τη δύναμη που συγκρατεί τα όντα στο Είναι, που «σώζει», διατηρεί τον κόσμο πάνω από τις εκμηδενιστικές δυνάμεις που φέρνει μέσα του. Δεν είναι ο ήρωας αλλά η Ύβρις που έχει γίνει το πεπρωμένο του, αυτό που προβάλλεται στο πρώτο πλάνο: κάθαρση είναι η εκμηδένιση της Ύβρεως κάτω από τη μοιραία διαδικασία με την οποία ο «κόσμος» εκμηδενίζοντας το μηδέν επανέρχεται στη νόμιμή του υπόσταση και η τραγική επίγνωση του κοσμικού νόμου που «πᾶν ἐπὶ τέρμα νωμᾷ» (Αισχ. Αγαμ. 781). Αυτό που αρχίζει η Ύβρις το τελειώνει η Δίκη, ο κόσμος ξαναβρίσκει το νόμο του και ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την ταυτότητά του, στο μέτρο που το Αρνητικό και η αυθαιρεσία του αυτοεκμηδενίζονται μες στην μοιραία τους ολοκλήρωση. Και τόσο για τον Αισχύλο όσο και για τον Σοφοκλή, αυτή η αναγνώριση της δεινότητας του ανθρώπου σήμαινε την παραδοχή και την κατάφαση της παντοδυναμίας του κοσμικού νόμου, που προστατεύει το Είναι εναντίον των όντων και σώζει το ανθρώπινο παρά τη θέληση των ανθρώπων...

  «Παρ’ ἄκοντας ἦλθε σωφρονεῖν» λέει ο Αισχύλος: βγαλμένη μέσα από μια εποχή χάους και αναρχίας, όπου ο Κεραυνός έμοιαζε να είναι «ο τιμονιέρης του σύμπαντος» (Ηρακλ. Fgr. 84), η γενεά του Αισχύλου είδε μέσα στην ομορφιά και την τάξη του σύμπαντος την παρουσία όχι μιας «νομοτέλειας» παρά μιας Δικαιοσύνης, που η συντριπτική της δύναμη ξεπερνάει τις ανθρώπινες – πολύ ανθρώπινες – προοπτικές του καλού και του κακού και που η κατανομητική της δράση είναι η συνένωση των αντίμαχων δυνάμεων και το θεμέλιο άρα της διατήρησης του κόσμου...



Κώστα Παπαϊωάννου, Κόσμος και Ιστορία. Ελληνική κοσμολογία και δυτική εσχατολογία, Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, 35 (1955), 27 – 63, στο: Κ. Παπαϊωάννου, Από τον Αρχαιοελληνικό στον Ευρωπαϊκό Ουμανισμό (Επιλογή κειμένων), επιμ. Θανάσης Καλαφάτης, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Πειραιάς 2004.










































                            πηγή










                                                                               πηγή





ποῖα νίκης μὴ κακῆς ἐπίσκοπα  καὶ ταῦτα γῆθεν ἔκ τε ποντίας δρόσου ἐξ οὐρανοῦ τε· κἀνέμων ἀήματα εὐηλίως πνέοντ᾽ ἐπιστείχειν χθόνα· καρπόν τε γαίας καὶ βοτῶν ἐπίῤῥυτον  ἀστοῖσιν εὐθενοῦντα μὴ κάμνειν χρόνῳ, καὶ τῶν βροτείων σπερμάτων σωτηρίαν. τῶν εὐσεβούντων δ᾽ ἐκφορωτέρα πέλοις. στέργω γάρ, ἀνδρὸς φιτυποίμενος δίκην, τὸ τῶν δικαίων τῶνδ᾽ ἀπένθητον γένος.

Αισχύλου, Ευμενίδες, 903-912