Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Όψεις της παραβίασης: Το Kitsch του κακού / Ξυπόλυτο Τάγμα



   Στο Άουσβιτς ο Μένγκελε, πάντα γαλήνιος και γελαστός, έριχνε μωρά στη φωτιά, αποσπούσε βρέφη από την αγκαλιά της μάνας τους και τα τσάκιζε στο δάπεδο, ξερίζωνε έμβρυα από τη μητρική κοιλιά, έκανε πειράματα με δίδυμα -με ιδιαίτερο πάθος για τα δίδυμα των τσιγγάνων-, έβγαζε μάτια και τα καρφίτσωνε στον τοίχο του δωματίου του για να τα στείλει κατόπιν στον καθηγητή Ότραν φον Βερσούερ (διευθυντή του Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας του Βερολίνου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μύνστερ ακόμη και μετά το 1953), εμβολίαζε με ιό, έκαιγε γεννητικά όργανα.. 
   Το αποτρόπαιο βρίσκει πάντοτε συνενόχους: τον Μένγκελε τον αποφυλάκισαν οι Αμερικανοί, τον βοήθησαν ίσως στη φυγή του οι Άγγλοι, τον έκρυψαν οι φρέρηδες, τον προστάτεψε ο δικτάτορας της Παραγουάης.. ο ναζισμός υπήρξε ένα απόγειο, ένα αξεπέραστο όριο εξαχρείωσης, η πιο στενή σχέση που υπήρξε ποτέ ανάμεσα σε μία κοινωνική τάξη πραγμάτων και την ωμότητα.
        Τα εγκλήματα του Μένγκελε είναι μία σελίδα από τις φρικτότερες των στρατοπέδων εξόντωσης. Όπως κάθε εγκληματικό πάθος έτσι και η ηδονή που ένιωθε να βασανίζει φανερώνει μια τεράστια χυδαιότητα, κενή όπως και το ηλίθιο χαμόγελό του στη διάρκεια της τέλεσης του εγκλήματος.. Τον Μένγκελε εκείνη τη στιγμή τον είχε μαγέψει η παραβίαση, την ασκούσε σαν ένα είδος λατρείας, σκεφτόταν ότι έλουζε την καθημερινή ζωή σ' ένα ανώτερο φως. Αυτά που έκανε είναι, πέρα από φρικαλέα, και πράγματα υπερμέτρως ηλίθια, που ο καθένας θα μπορούσε να τα κάνει και που αυτός, μέσα στην εκθαμβωτική άγνοια από μέρους του του Kitsch, νόμιζε ότι ήσαν έργα προορισμένα για λίγους εκλεκτούς.
   Η ρητορική της παραβίασης παρουσιάζει το έγκλημα ως εάν εμπεριέχει -ίσως εξαιτίας της δυστυχίας που υποτίθεται ότι το συνοδεύει-  την ίδια του την εξαγορά, χωρίς να χρειάζεται άλλη κάθαρση. Η βία εμφανίζεται ταυτισμένη με τη λύτρωση και μοιάζει να καθιερώνει κάτι σαν αθωότητα των παρορμήσεων. Ο μυστικισμός της παραβίασης, έκφραση που περιτυλίγεται από χαρακτηριστική έμφαση, έχει την ψευδαίσθηση ότι εξαίρει το κακό για το κακό, περιφρονώντας κάθε ηθική..
    Η σαγήνη της παραβίασης έχει αρχαίες καταβολές ̇ η εβραϊκή παράδοση μιλά για τον Μεσσία που θα έλθει όταν το κακό θα κορυφωθεί, και σύμφωνα με κάποιες εξτρεμιστικές σέκτες η επιτάχυνση του θριάμβου του κακού, αν υποβοηθηθεί, σημαίνει επιτάχυνση του τέλους του και έλευση της λύτρωσης. Απέναντι στη θολή βία που υποβόσκει στο κρυφό βάθος του εαυτού μας όλοι μας θα θέλαμε να πεισθούμε, όπως οι αρχαίοι γνωστικοί, ότι οι πράξεις μας, όσος βόρβορος και όση αναλγησία κι αν τις λεκιάζει, δεν μπορούν να ρυπάνουν το κρυμμένο χρυσάφι της ψυχής μας, και ζητούμε τότε να μας δώσουν την άδεια ή καλύτερα την εντολή να προσφέρουμε ελεύθερη διέξοδο σ' αυτή τη βία, με την αυταπάτη ότι είναι ή ότι μας δίνει αθωότητα.
     Η τέχνη που εμπνέεται από τη λυτρωτική παραβίαση εξαίρει στην πραγματικότητα μόνο ενόχους τρίτης τάξεως, την πλέμπα του κακού: οι εγκληματίες-λυτρωτές που αυτή η τέχνη -για παράδειγμα τα γραψίματα του Ζενέ- προτείνει ως πρότυπο είναι κλέφτες, βιαστές, φονιάδες, άσπλαχνοι και δύστυχοι εγκληματίες της δεκάρας. Ποιος θα αποτολμήσει να δείξει τον Μεσσία λυτρωτή στον αρχηγό του κράτους που δίνει την εντολή για την εξαπόλυση του ατομικού πολέμου ή για την εξάλειψη από το χάρτη μιας πόλης, στον διεφθαρμένο κυβερνήτη που τσεπώνει το χρήμα που προορίζεται για τα νοσοκομεία, στον κατασκευαστή πολεμικού υλικού που εξωθεί μια χώρα στον πόλεμο για να αυξήσει τα κέρδη του ή στον προϊστάμενο που ταπεινώνει τον υφιστάμενό του..
   Η μελένια γλυκύτητα του Μένγκελε, των λόγων του και του χαμόγελού του, με τα οποία ελπίζει να μοιάσει στον Άγγελο του Θανάτου, είναι η αυθεντική και ηλίθια έκφραση κάθε σαγήνης του κακού, κάθε ημι-κουλτούρας που περιμένει από τη σκαρταδούρα του σκότους την αποζημίωση για τη μικρότητά της. Η απαγορευμένη ενέργεια, συνήθως ασήμαντη -όπως όταν πετάς σκουπίδια από το παράθυρο- δεν είναι λιγότερο ανόητη όταν ταλανίζει, όταν βασανίζει. Η Μέδουσα, έλεγε ο Γιόζεφ Ροτ σχετικά με το ναζισμό, είναι κάτι το φτηνό. Τα θύματα του Μένγκελε είναι πρόσωπα τραγωδίας, αλλά ο ίδιος ο Μένγκελε είναι φιγούρα φτηνού χυδαιογραφήματος.


Claudio Magris, Danubio, 1986 (ελλ. έκδ.: Κλάουντιο Μάγκρις, Δούναβης, Πόλις, Αθήνα 2001, μετάφρ. Μπάμπης Λυκούδης - αποσπάσματα από το κεφάλαιο: Το Kitsch του κακού, σελ. 122-127).














ΞΥΠΟΛΗΤΟ ΤΑΓΜΑ (1954)

Σκηνοθεσία: Gregg Tallas
Σενάριο: Νίκος Κατσιώτης
Φωτογραφία: Μιχάλης Γαζιάδης
Μοντάζ: Gregg Tallas
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ηθοποιοί: Μαρία Κωστή, Νίκος Φέρμας και τα παιδιά 
του Αναμορφωτηρίου Θεσσαλονίκης
Παραγωγή: Πέτρος Βουδούρης
 


  O Γκρεγκ Tάλλας ήταν ο πρώτος Έλληνας κινηματογραφιστής που τιμήθηκε με διεθνές βραβείο, αποσπώντας για το Ξυπόλητο Tάγμα, το Πρώτο Bραβείο στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και τη Xρυσή Δάφνη του Nτέιβιντ O' Σέλτσνικ, ενώ η ιστορία των μικρών παιδιών του ορφανοτροφείου, που ο σκηνοθέτης αποτύπωσε με γλαφυρό τρόπο, συγκίνησε κοινό και κριτικούς. 
  Eμπνευσμένος από το δράμα της Γερμανικής Kατοχής στην Eλλάδα, γράφει και σκηνοθετεί την ταινία, επιλέγοντας ως ήρωές του 160 παιδιά που διωγμένα από το ορφανοτροφείο και τους Γερμανούς, μεταβάλλονται μέσα στην τυρρανισμένη και πεινασμένη Eλλάδα του 1943 σε ένα είδος καλόκαρδης και ηρωϊκής συμμορίας που κλέβει τους κατακτητές και τους μαυραγορίτες για να συντηρεί τα μέλη της και όσους μπορεί. 
  Mε το Ξυπόλητο Tάγμα, ο Γκρεγκ Tάλλας, πέτυχε μια σπουδαία νεορεαλιστική ταινία και αποφεύγοντας τις μελοδραματικές παγίδες που έστηνε το θέμα, μας έδωσε την ατμόσφαιρα της μαύρης απελπισίας που ζούσε η Θεσσαλονίκη την εποχή του '40. Έτσι η ταινία του γίνεται ένα ντοκουμέντο της ναζιστικής τρομοκρατίας και μία μαρτυρία συγκλονιστική.









  Στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, εκτυλίσσεται η ιστορία της ταινίας αυτής που σκηνοθέτησε ο Γκρεγκ Τάλλας (Γρηγόρης Θαλασσινός), που για ένα διάστημα εργάστηκε στο Χόλυγουντ, σκηνοθετώντας διάφορες ταινίες, ανάμεσά τους και την περιπέτεια εποχής «Η σειρήνα της Ατλαντίδας», με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Μοντέζ. 

  Πρωταγωνιστές της ταινίας, μια ομάδα ορφανών παιδιών, που, όταν τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης επιτάσσονται από τους Γερμανούς, καταφεύγουν σ' ένα απομακρυσμένο, μισογκρεμισμένο κτίριο και, έχοντας φτιάξει μια καλόκαρδη «συμμορία», κλέβουν από τους Γερμανούς και τους μαυραγορίτες για να συντηρούνται αλλά και να βοηθούν τους ανθρώπους γύρω τους, μαζί κι εκείνους της Αντίστασης.



  Παρά τα περισσότερα από 50 χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία του Γκρεγκ Τάλλας παρακολουθείται με εξαιρετικό ενδιαφέρον, κι αυτό εξαιτίας όχι μόνο των γυρισμένων σε φυσικά ντεκόρ σκηνών της (τη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του '50) αλλά και του ρεαλισμού και της δύναμης των σκηνών της που συχνά φέρνουν στο νου την κλασική νεορεαλιστική ταινία «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» του Ροσελίνι. Με καλοστημένες σκηνές - ανάμεσά τους και μια σκηνή με θέατρο σκιών -, με προσεγμένη φωτογραφία του Μιχαήλ Γαζιάδη που δίνει την όλη ατμόσφαιρα της εποχής, με τους μικρούς ερασιτέχνες πρωταγωνιστές να παίζουν πειστικά τους ρόλους τους και σωστό ρυθμό, ο Τάλλας έφτιαξε μια ειλικρινή, συγκινητική ταινία, που δεν έχασε τη φρεσκάδα της. (κριτική Νίκου - Φενέκ Μικελίδη)




















Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Cavo d'oro





"Χάρτα της Ελλάδος" του Ρήγα Φεραίου
Βιέννη, 1796-1797




   Ο "Καβοντορίτικος" λέγεται και "Καλλιανιώτικος", γιατί οι αρχικές ρίζες της δημιουργίας του φαίνεται πως βρίσκονται στο χωριό Καλλιανού. Έχει επικρατήσει σε όλα τα χωριά του Καβοντόρου και της νότιας Καρυστίας, όπου μιλιούνται τ' αρβανίτικα. Είναι χορός σταυρωτός, όταν σε αυτόν μετέχουν και γυναίκες, ενώ αν τον χορεύουν μόνο άντρες, οι χορευτές πιάνονται από τον ώμο... Τώρα που σπανίζουν τα λυροντάουλα και οι τσαμπούνες, παίζεται μ' εξαιρετική απόδοση από τα βιολιά και τα λαούτα. Από χωριό σε χωριό παίζεται με διάφορες μικροπαραλλαγές πάνω στο ρυθμό...έχει μια καθαρά τοπική ιδιοτυπία και μπορούμε να πούμε ότι εκφράζει τον τραχύ και απλό χαρακτήρα των Καβοντοριτών.
    Είναι απέριττος, ρυθμικός, ίσιος, ζωηρός χορός. Το μέτρο του είναι στα 2/4, όπως κι ο συρτός. Αρχίζει μονότονα σε χαμηλές νότες, όπου ακούγεται περισσότερο ο ρυθμός του νταουλιού ή του λαούτου. Και σε λίγο ο σκοπός ξεφεύγει από τη μονοτονία και, όλο σε ψηλότερο τόνο, αρχίζει να ροβολάει θριαμβευτικά, ηλεκτρίζοντας τους χορευτές και δημιουργώντας μια ένταση, που ανάβει και διατηρεί το κέφι.


Γιάννης Π. Γκίκας, Μουσικά Όργανα & Λαϊκοί Οργανοπαίχτες - Α΄ Νότια Εύβοια & Σκύρος, 1975 (απόσπασμα)















                                                        sv1cdy








Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

ΜΠΟΛΙΒÁΡ, ένα ελληνικό ποίημα.








ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs



Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
     για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
     τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
     γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
     κι' οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
     γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
     πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι' οι αλυσίδες,
     οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι’ ολόφωτο μέσ’ στη
     νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.
 



Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
     η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
     συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
     Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.
 



Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
     τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
     ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι’ αυτά όχι για τα ότι κι’ οι δυο τους υπήρξαν για τις
     πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
     κι’ άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι’ οι δυο τους,
     μονάχοι πάντα, κι’ ελεύθεροι, μεγάλοι,
     γενναίοι και δυνατοί.




Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
     δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
     τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι’ αυτά που λέω τώρα
     για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
     κι’ υπερβολές, κι’ απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
     πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι’ αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
     άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
     νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
     αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
     εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι' οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)

Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.




Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
     ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
     μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
     και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
     στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
     όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
     ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι' εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι' έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
     σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
     ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.
 



Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
     και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
     και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι' είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι' ο αητός.
 



Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
     κι' αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι' οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει
     η μέρα, κι' οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
     το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα
     δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.
     Έτσ’ η ζωή.
Κι' έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με
     τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια
     (η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
     ο Μπολιβάρ!


........


Νίκος Εγγονόπουλος, ΜΠΟΛΙΒΑΡ (1944)- απόσπασμα


πηγή










Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο όρκος των Φιλικών»





















                                










































Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Willy Pogany - Turkish Fairy Tales



                                                              


Willy Pogany - Turkish Fairy Tales










pogany05.jpg












Little Hyacinth’s KioskForty-four Turkish fairy tales, illustrated by Willy Pogany

                                                                        πηγή





Forty-four Turkish Fairy Tales


Illustrations by Willy Pogany, 1913



















Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Atahualpa Yupanqui - Luna tucumana








Baile en la estancia









Música primaria 









La quena
























Κυριακή, 17 Μαρτίου 2013

Odyssey mosaics






Syrian rebel fighters pose for a picture at the museum of Maaret al-Numan, in the northwestern Idlib province, an area under the control of rebel fighters, on October 17, 2012. (AFP Photo / Bulent Kilic)


Syrian rebel fighters pose for a picture at the museum of Maaret al-Numan, in the northwestern Idlib province, an area under the control of rebel fighters, on October 17, 2012. (AFP Photo / Bulent Kilic)



























File:Simeon Stylite Louvre.jpg


6th century depiction of Symeon Stylites on his column

















A 2nd-century mosaic from Tunis, Tunisia, 
depicting Odysseus listening to the music of Circe, a winged siren






























































Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Quetzalcóatl, la serpiente enplumada





File:Quetzalcoatl telleriano2.jpg

The Aztec god Quetzalcoatl as depicted 
in the Codex Telleriano-Remensis (16th century).




Οι νεκροί ξεκίνησαν το ταξίδι τους, ο δρόμος είναι σκοτεινός.

Υπάρχει μόνον ο Αυγερινός.

Πέρα από το λευκό της λευκότητας,

πέρα από το μαύρο του σκότους,

πέρα από την ειπωμένη μέρα,

πέρα απ' το ανείπωτο πάθος της νύχτας,

το φως που ταΐζεται από δύο δοχεία,

με το μαύρο έλαιο και το λευκό,

λάμπει στην πύλη.

 


Την πύλη που οδηγεί στον πιο μύχιο τόπο,

όπου ανακατεύονται η Ανάσα κι οι Πηγές,

όπου οι νεκροί είναι ζωντανοί κι οι 

ζωντανοί, νεκροί,

στα βάθη που η ζωή δεν μπορεί να εξιχνιάσει,

στην Αρχή και στο Τέλος, για το οποίο γνωρίζουμε

μόνο πως υπάρχει και πως η ζωή του είναι 

ζωή μας και θάνατός μας.

Όλοι οι άντρες να καλύψουν τα μάτια τους

μπροστά στο αθέατο.

Όλοι οι άντρες να χαθούν σιωπηλά

μέσα στο αθόρυβο.

.........

 

Όπως τα πράσινα κεριά της Μαλίντσι,

όπως το δέντρο που βγάζει καινούργια φύλλα,

η βροχή του αίματος έπεσε, πήγε στο χώμα.

 

Οι νεκροί πήγαν το μακρινό ταξίδι

πέρα από το αστέρι.

Ο Ουιτσιλοπότστλιέριξε τον μαύρο του μανδύα

σ’ αυτούς που θα κοιμούνταν.

Όταν ο γαλάζιος άνεμος του Κετσαλκοάτλ**

κυματίζει απαλά,

όταν πέφτει το νερό της Μαλίντσι

γεννώντας το πράσινο,

μετρήστε τους κόκκινους κόκκους του Ουιτσιλοπότστλι.

 

Φωτιά στις καρδιές σας, ω άνθρωποι.

Φυσήξτε τη στάχτη να φύγει.

Γιατί οι ζωντανοί ζουν

 

και οι νεκροί πεθαίνουν.

Αλλά τα δάχτυλα όλων αγγίζουν τα δάχτυλα όλων

στον Αυγερινό.



D. H. Lawrence, Quetzalcoatl. Το πλουμιστό ερπετό, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2010 (μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας), σελ. 569-571








'La Serpiente Enplumada', Teotihuacán




Huitzilopochtli: Το "αδέξιο κολιμπρί", πραγματικός "θεός της γένεσης" των Αζτέκων. Θεός του ανατέλλοντος ηλίου, θεός πολεμιστής που γεννιέται κάθε πρωί από την Κοατλίκουε, θεά της γης, και πεθαίνει το δείλι εξαφανιζόμενος πίσω απ' αυτήν.



** Quetzalcóatl: Το "φτερωτό φίδι", θεός δημιουργός, που δίδαξε τις τέχνες στους ανθρώπους. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το λαό του μετά μια βραδιά μέθης και συνεύρεσης με την αδελφή του Κετσαλτέπατλ. Έφυγε προς την Ανατολή και απ' την Ανατολή θα επέστρεφε. Ο Αζτέκος αυτοκράτορας Μοκτεζούμα ο Β΄ θα ταυτίσει την άφιξη των Ισπανών με την επιστροφή του Κετσαλκοάτλ, λάθος αποφασιστικό και μοιραίο για την έκβαση της Κατάκτησης.







Pyramid of the Feathered Serpent 


















Descending the Pyramid of the Sun, Teotihuacán, 1923 











La frontera

Hoy vuelvo a la frontera 
Otra vez he de atravesar 
Es el viento que me manda 
Que me empuja a la frontera 
Y que borra el camino 
Que detrás desaparece 



Me arrastro bajo el cielo 
Y las nubes del invierno 
Es el viento que las manda 
Y no hay nadie que las pare 
A veces combater despiadado 
A veces baile 
Y a veces...nada


 
Hoy cruzo la frontera 
Bajo el cielo 
Bajo el cielo 
Es el viento que me manda 
Bajo el cielo de acero 
Soy el punto negro que anda 
A las orillas de la suerte












I am helping Cortés destroy my land...
kill and torture my people.
But if I do not help him, my land will destroy Cortés.
I have had to choose.
I give my life to Cortés because of the locket
he bears about his throat and knows nothing about.
Later, out of his scaled armor will come Quetzalcoatl.
Later, I shall be justified.
But who knows how much later?











La maldicion de Malinche



Del mar los vieron llegar 
mis hermanos emplumados 
eran los hombres barbados 
de la profecia esperada 


se oyo la voz del monarca 
de que el dios habia llegado 
y les abrimos las puertas 
por temor a lo ignorado 


iban montados en bestias 
como demonios del mal 
iban con fuego en las manos 
y cubiertos de metal 
solo el valor de unos cuantos 
les opuso resistencia 
y al mirar correr la sangre 
se llenaron de verguenza 


porque los dioses ni comen 
ni gozan con lo robado 
y cuando nos dimos cuenta 
ya todo estaba acabado 


en ese error entregamos 
la grandeza del pasado 
y en ese error nos quedamos 
300 años esclavos 


se nos quedo el maleficio 
de brindar al extrajero 
nuestra fe nuestra cultura 
nuestro pan nuestro dinero 
hoy les seguimos cambiando 
oro por cuentas de vidrios 
y damos nuestra riquezas 
por sus espejos con brillos 


hoooooy en pleno siglo 20 
nos siguen llegando rubios 
y les abrimos la casa 
y los llamamos amigos 


pero si llega cansado 
un indio de andar la sierra 
lo humillamos y lo vemos 
como extraño por su tierra 


uuuuuuuhh 
hipocrita que te muestras 
humilde ante el extranjero 
pero te vuelves soberbio 
con tus hermanos del pueblo 


ooooooooooh 
maldicion de Malinche 
enfermedad del presente 
cuando dejaras mi tierra 
cuando haras libre a mi genteeee







Mural de Quetzalcóatl en la Exekatlkalli (Casa de los Vientos), elaborado por Diego Rivera entre 1956 y 1957 en Acapulco, Guerrero, México.












Cortez The Killer


He came dancing across the water
With his galleons and guns
Looking for the new world
In that palace in the sun.

On the shore lay Montezuma
With his coca leaves and pearls
In his halls he often wondered
With the secrets of the worlds.

And his subjects
Gathered 'round him
Like the leaves around a tree
In their clothes of many colors
For the angry gods to see.

And the women all were beautiful
And the men stood
Straight and strong
They offered life in sacrifice
So that others could go on.

Hate was just a legend
And war was never known
The people worked together
And they lifted many stones.

They carried them
To the flatlands
And they died along the way
But they built up
With their bare hands
What we still can't do today.

And I know she's living there
And she loves me to this day
I still can't remember when
Or how I lost my way.

He came dancing across the water
Cortez, Cortez
What a killer.