Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Απόλλων και Διόνυσος







Dionysus on the panther
330-310 BC









Rome, Tomb of the Julii





     Ο υπερπόντιος κόσμος από όπου έρχεται ο Διόνυσος δεν είναι η Θράκη ή η μυθική Φρυγία, αλλά ο αντι-κόσμος όπου διαλύονται όλες οι σαφώς οριοθετημένες μορφές του απολλώνιου σύμπαντος και της τάξης της πόλεως. Στον πολιτισμό και τους κανόνες του: «Μηδέν άγαν», «Γνώθι σ’αυτόν», «Παν μέτρον άριστον», ο Διόνυσος αντιπαραθέτει την ιερότητα της αθέτησης, καθώς η φύση επανιδιοποιείται την κοινωνία, και οι άνθρωποι συγχωνεύονται με το θείο.    
     Στην άπειρη απόσταση που χωρίζει τους θεούς από τους ανθρώπους, ο Διόνυσος αντιπαραθέτει τον ενθουσιασμό, δηλαδή την παρουσία του θεού μέσα στον άνθρωπο, και την έκσταση, δηλαδή την έξοδο από τον εαυτό, που υλοποιείται με τη μάσκα, τη μέθη και τη σεξουαλική αποχαλίνωση. 
     Εχθρός της τάξης, καταδιωκόμενος από τους βασιλείς, ο Διόνυσος είναι λύσιος, λυτρωτής, ἐλευθέριος, απελευθερωτής, ἰσοδαίτης, «ο μοιράζων εις πάντας εξ ίσου», απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους δούλους. Αν έρχεται από αλλού, είναι για να υπενθυμίσει το εφήμερο της εύθραυστης τάξης που ο πολιτισμός απέσπασε από τη φύση, χειραφετούμενος από τη φύση  και αναγορευόμενος σε αντι-φύση.
     Αυτός είναι ο θεός που συμβασίλευε στους Δελφούς, μαζί με τον Απόλλωνα. Εδώ γιορτάζονταν οι καθαρές μορφές της αναγκαίας τάξης πραγμάτων: αυτής που αναγνωρίζουμε στη γαλήνη των ελαιώνων, στον κόλπο που ανοίγεται στον πόντο, στις δονήσεις των απότομων και καυτερών βράχων, στα φοβερά φαράγγια και στους ναούς τους χτισμένους μέσα στα βράχια της βουνοπλαγιάς όπως η ένθετη διακόσμηση που βλέπουμε στις λειψανοθήκες. Η Ελλάδα γιόρταζε εδώ τη νίκη του μουσικού και νομοθέτη θεού πάνω στις δυνάμεις της σκοτεινής Γης.   
    Ωστόσο, το εξαίσιο ξεχείλισμα των γήινων αναθυμιάσεων, των υπόγειων υδάτων και των σχισμών, το ταχύ ξέσπασμα των καταιγίδων, ο επικείμενος χαρακτήρας του άξαφνου, του μυστηριώδους, του τρομακτικού, μας κάνουν τουλάχιστον να αμφιβάλλουμε γι’αυτή τη νίκη πάνω στο προφητικό φίδι. Γιατί πάνω στα οροπέδια που δέσποζαν στους απόκρημνους βράχους των Δελφών, γιόρταζαν τον θεό των άγριων τελετουργιών: παραδόξως, η Ελλάδα λάτρευε τον εκπολιτιστή θεό πλάι – πλάι με τα πλάσματα του Διονύσου και του Πάνα.

Κώστας Παπαϊωάννου, Τέχνη και πολιτισμός στην αρχαία Ελλάδα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1998                                                    






















Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Valley below


















Sailing the Dalmatian Islands
Croatia, Schedro 
photos: Nitsan Pelleg






















Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Comedie dell' arte


Στο κατάφωτο -τι ωραία- πανί μας,
να προβαίνουμε, Καραγκιόζη μου, αχ! τι;
αχ! τι μέθη, ως κρυφά θα κινεί μας
να πηγαίνουμε -η ζωή- πηδηχτοί!


Μορφονιός συ, μα με σκύλινα μούτρα
- Χατζαντζάρης, πίσω σου, εγώ -κατηφές-
μια πεντάρα νάχεις -μάτι- στην κούτρα
και των ρούχων μας να φωτάν οι ραφές.


Και τραγούδι συ να σκας - τι παιάνας!
«έβγα! έβγα να με ιδείς μια σταλιά!»
κι οι φλογίτσες ν' ακοντίζουν της πάνας 
σαν που -φλόγινα- θα πετάξουν πουλιά.


Κι ως Βοϊδάγγελοι θα πατάμε, να τρίζουν
οι χαρτένιες μας φιγούρες και νάν'
λες των ξύλων μας οι σκιές θα γυρίζουν,
σαν κεραίες που το κενό ερευνάν.


Τότε, ω τότε - απ' το Σεράι, στο βάθος,
στη σιγή θα προβεί της νυχτός
η Φατμέ, τσοκ Χανούμ, και -τι λάθος!- 
θάν' το μάτι  της -βρε!- μια τρύπα φωτός!

......

Αχ! τι νάναι; Καραγκιόζη μου: «Εισήλθον
εις την πόλιν -να ρωτάς μας- λησταί,
οι δε κάτοικοι (μα ποιοι κάτοικοι;) εξήλθον
απ' τις τρύπες!» (μα ποιες τρύπες;) Χριστέ!

...... 

Γιάννης Σκαρίμπας, Comedie dell' arte (απόσπασμα), 
από τη συλλογή Βοϊδάγγελοι (1968) 
στο: Άπαντες στίχοι 1936-1970, Νεφέλη, 2010.







Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Νταβέλης







"Ο λήσταρχος Νταβέλης και η αιχμαλωσία των Γάλλων αξιωματικών"
Αρχείο:Ntavelis.jpg

"Ο Λήσταρχος Χρήστος Νάτσιος Νταβέλης το 1855"
έργο του ζωγράφου Θεόφιλου






















Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

Isaac Bashevis Singer






Μνήμη, θρησκεία, λαγνεία: Διαφυγή αδύνατη


«Ο Χέρμαν είχε δύο συζύγους κι ετοιμαζόταν να αποκτήσει και τρίτη. Και μολονότι φοβόταν τις συνέπειες των πράξεών του και το σκάνδαλο που θα ξεσπούσε, κάπου μέσα του απολάμβανε το ρίγος που του δημιουργούσε η αδιάκοπη προοπτική μιας απειλητικής καταστροφής. Σχεδίαζε τις κινήσεις του και αυτοσχεδίαζε ταυτόχρονα. Το «Ασυνείδητο», όπως το ονόμαζε ο Φον Χάρτμαν (σημ.: Γερμανός φιλόσοφος που έγραψε την Φιλοσοφία του Ασυνειδήτου, 1869), δεν έκανε ποτέ λάθη. Τα λόγια του Χάρτμαν έμοιαζαν να ξεπηδούν μόνα τους μέσα απ’ το στόμα του, και μόνο κατόπιν καταλάβαινε κι ο ίδιος τι στρατηγήματα και υπεκφυγές είχε κατορθώσει να επινοήσει. Πίσω από αυτό τον τρελό αχταρμά συναισθημάτων, ένας δαιμόνιος παίκτης αναπτυσσόταν μέσα απ’ το καθημερινό ρίσκο». (σ. 149)

Ο Χέρμαν Μπρόντερ και οι τρεις γυναίκες αποτελούν τυπικούς χαρακτήρες του Σίνγκερ: αγωνίζονται ταυτόχρονα να επιβιώσουν από τις Μνήμες του Ολοκαυτώματος και να υπάρξουν σ’ ένα καινούργιο κόσμο χωρίς τα αλλοτινά ηθικά και πολιτισμικά τους υποστυλώματα. Εκείνος εργάζεται ως συγγραφέας – φάντασμα για έναν ραβίνο αλλά μοιάζει ο ίδιος να κινείται σ’ ένα φασματικό βίο, φανταζόμενος εναλλακτικές ζωές και αναζητώντας δυνητικές κρυψώνες σε περίπτωση εισβολής των Ναζί στην Νέα Υόρκη. Η σωτηρία του από την Γιάντβιγκα, που τον έκρυβε επί τριετία στο πατάρι ενός αχυρώνα («ένα κενό στη ζωή του που ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπληρωθεί»), εξαργυρώθηκε σιωπηλά με συζυγική σχέση και εστία στο Μπρούκλιν, ενώ στο Μπρονξ τον περιμένει η Μάσα, ένας ηδυπαθής έρωτας που συνοδεύεται ακόμα και στις πιο προσωπικές στιγμές του από ιστορίες των γκέτο, των στρατοπέδων και των περιπλανήσεων στην ερειπωμένη Πολωνία. Η εμφάνιση της νομιζόμενης νεκρής πρώτης συζύγου του, Ταμάρα, ολοκληρώνει την ενοχική του παθητικότητα: δίγαμος, άβουλος και αποκομμένος από την προσωπική του ηθική, ο Μπρόντερ αισθάνεται αμαρτωλός απέναντι στον ιουδαϊσμό και τον αμερικανικό νόμο, «ένας μοιρολάτρης ηδονιστής που ζει σε μια προ-αυτοκτονική δυστυχία». Η ζωή του πλέον χαρακτηρίζεται από τον φόβο των συνεπειών, την λαγνεία για τις συντρόφους του και την βεβαιότητα πως «ο μεταφυσικός του μπαλαντέρ παίζει εις βάρος του μια μοιραία φάρσα».

Το πρώτο μυθιστόρημα του Σίνγκερ που εκτυλίσσεται εξ ολοκλήρου στις ΗΠΑ, πάντα γραμμένο στα γίντις (1972), περιλαμβάνει όλα τα γνώριμα στοιχεία της γραφής του: σταδιακή ανάπτυξη του μύθου με απλές πλην λεπτοδουλεμένες φράσεις, ισομερή εναλλαγή εσωτερικών κι εξωτερικών σκηνών, διαλόγους άλλοτε με ψήγματα σοφίας κι άλλοτε περίτρανες αποδείξεις της φαυλότητας της ανθρώπινης σκέψης. Τα πρόσωπα του σινγκερικού κόσμου φιλοσοφούν για το κακό, ψάχνουν απαντήσεις για την μετά Χίτλερ ζωή και τρομάζουν με κάθε κουδούνισμα πόρτας, λες και οι ναζιστές εξακολουθούν να βρίσκονται παντού, ενώ στα όνειρά τους οι πρόγονοί τους φωνάζουν στο αυτί χωρία της Βίβλου. Αναρωτιούνται αν ο Θεός ενέκρινε τη σφαγή (και τέλος πάντων «ο Θεός τίνων;»), τον μνημονεύουν διαρκώς αλλά απιστούν κατά το συμφέρον τους. Όταν η θρησκεία δεν είναι πειστική και η φιλοσοφία έχει χάσει κάθε νόημα, αναρωτιούνται μήπως ο αποκρυφισμός μπορεί να κρύβει αλήθειες, ενώ ο Μπρόντερ φτάνει στο σημείο να φαντασιωθεί μια καινούργια μεταφυσική ή ακόμα και μια νέα θρησκεία. Προσπαθούν να διαβάσουν αλλά τα βιβλία δεν τους λένε τίποτα: «Τι μπορούσε να σώσει τον ίδιο τον Χέρμαν από το βύθισμά του όλο και βαθύτερα στο βούρκο όπου είχε παγιδευτεί; Ούτε η φιλοσοφία, ούτε ο Μπέρκλεϊ, ο Χιουμ, ο Σπινόζα, ούτε ο Λάιμπνιτς, ο Χέγκελ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε ή ο Χούσερλ. Όλοι τους διδάσκουν κάποιου είδους ηθική, που όμως δεν είναι ικανή να βοηθήσει στην αντίσταση κατά του πειρασμού. Μπορεί κανείς να είναι Ναζί και να ακολουθεί τον Σπινόζα· ένας μυημένος στη φαινομενολογία του Χέγκελ μπορεί να είναι και σταλινιστής· κάποιος μπορεί να πιστεύει στις μονάδες, στο Zeitgeist, στην τυφλή θέληση, στην ευρωπαϊκή κουλτούρα, και να εξακολουθεί να διαπράττει εγκλήματα». (σ. 190)

Η τυπολογία των γυναικείων χαρακτήρων καλύπτει τρεις διαφορετικές περιπτώσεις: η παράδοση αντιπροσωπεύεται από την αγοραφοβική Γιάντβιγκα που δεν εμπιστεύεται τίποτα γραμμένο ενώ η Ταμάρα έχει χάσει κάθε πίστη σε οτιδήποτε την στήριζε και το μόνο που νοιώθει πως έχει σίγουρο είναι η σφαίρα στον αριστερό της γοφό, γι’ αυτό και δεν θέλει να την βγάλει. Το τραυματικό παρελθόν επιβιώνει στην Μάσα μέσα από έναν σκοτεινό ερωτισμό: όταν δεν υποδεικνύει τις πληγές της στον εραστή της του δηλώνει απερίφραστα πως έχει αναγκαστεί να κάνει τόσα πολλά, που δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια χωρίς την θέλησή της, παρά μόνο με τη σκέψη πως κάποιος την σημαδεύει με όπλο. Οι αντιφάσεις τους εκφράζονται εκπληκτικά στη μορφή της Σίφρα Πουάχ, μητέρας της Μάσα: καθώς μουρμουρίζει πως μετά το Ολοκαύτωμα οι Εβραίοι δεν έχουν το δικαίωμα να γιορτάζουν, ταυτόχρονα επιθεωρεί την εμφάνιση της κόρης της, προτείνοντας βελτιωτικές αλλαγές.

Σ’ ένα περιβάλλον που μοιάζει να έχει όλα τα κοσμικά χαρακτηριστικά του πολωνο-εβραϊκού παρελθόντος, όπου από τη μια «η Τρεμπλίνκα είναι παντού» κι από την άλλη ο φόβος αφορά και το μέλλον («Με τη σωστή προπαγάνδα, το πλήθος αυτό θα μπορούσε να υποκινηθεί και να γίνει όχλος που ζητά νέα πογκρόμ»(σ. 235), οι χαρακτήρες αγωνίζονται να ισορροπήσουν σε εαυτούς που αποτελούν αίνιγμα και για τους ίδιους. Κι αν τη μια στιγμή κυνικά αναρωτιούνται «από τι συνίσταται ο πολιτισμός, αν όχι από έγκλημα και συνουσία;» (σ. 139), δεν παύουν τουλάχιστον να θυμούνται: «Η αλήθεια είναι πως όσο κι αν υποφέραμε, χωρίς να μπορούμε να ξέρουμε αν θα ’μαστε ζωντανοί την επόμενη μέρα ή ακόμη και μετά από μία ώρα, την αγάπη τη χρειαζόμασταν. Τη γυρεύαμε περισσότερο από παλιά, που όλα ήταν εντάξει. Άνθρωποι ξάπλωναν σε καταφύγια ή σε σοφίτες, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, αλλά φιλούσε ο ένας τον άλλον, πιάνονταν από το χέρι. Ποτέ δε θα φανταζόμουν πως οι άνθρωποι μπορούν να βγάλουν τόσο πάθος κάτω από τέτοιες συνθήκες». (σ. 95)


Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Εχθροί, μια ερωτική ιστορίαεκδ. Καστανιώτη, 2009, μετάφραση από τα αγγλικά: Βασίλης Αμανατίδης (Isaac Bashevis Singer, Enemies, A Love Story, 1972). 

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δέ)κατα, τ. 21, άνοιξη 2010.







Paradise - Marc Chagall

 Paradise (1961)







Adam and Eve expelled from Paradise - Marc Chagall

Adam and Eve expelled from Paradise, 1964






Marc Chagall




















Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

βυζαντινός εξπρεσιονισμός




Μυστράς 





Οδηγήτρια, π. 1315


















*



Κρήτη, Μονή Βροντησίου
αρχές 15ου αι.







Κρήτη, Σκήτη Αγ. Ευθυμίου στον Ζαρό
π. 1400





*


Παναγίας της Ασίνου4

Κύπρος, Παναγία της Ασίνου
 γ΄ τέταρτο 14ου αι.





*












Θεοφάνης ο Έλληνας



File:Feofan Abel.jpg

Novgorod, Μεταμόρφωση (1378): Άβελ 









Novgorod, Μεταμόρφωση (1378): Η Φιλοξενία του Αβραάμ 
(η Αγία Τριάδα)








Αρχείο:Preobrazhenie.jpeg

εικόνα της Μεταμόρφωσης, 1408






*






Εύβοιατέλη 13ου αι.











Εύβοια, 15ος αι.




*



  Ωστόσο -γεγονός μοναδικό στην ιστορία των πολιτισμών- αυτή η εποχή εξαθλίωσης και ανημπόριας υπήρξε μία από τις πιο γόνιμες του βυζαντινού πολιτισμού...τα γράμματα και οι μνημειακές τέχνες έλαμψαν με μία λάμψη τόσο ζωηρή ώστε αυτή η περίοδος να χαρακτηριστεί η "δεύτερη βυζαντινή Αναγέννηση". Ο 14ος αιώνας υπήρξε επίσης ο Χρυσός Αιώνας της βυζαντινής επιστήμης με τον Θεόδωρο Μετοχίτη και τον Γρηγορά, τον πρώτο μεταρρυθμιστή του ιουλιανού ημερολογίου. Αρχίζει η γνωριμία με τη δυτική σκέψη: ο Δημήτριος Κυδώνης μεταφράζει τον Άγιο Θωμά Ακινάτη και μέμφεται τους συγχρόνους του που "συνεχίζουν ακόμα να κατατάσσουν τους Λατίνους στην κατηγορία των Βαρβάρων"...Ευρισκόμενος στο απόγειό του, ο ουμανισμός του Βυζαντίου θα ασκήσει μία αποφασιστική επιρροή πάνω στον ιταλικό ουμανισμό: ο Πλήθων και ο Βησσαρίων ανήκουν ταυτόχρονα τόσο στο όψιμο Βυζάντιο όσο και στην ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Αυτή η εποχή των μεγάλων ουμανιστών είναι παράλληλα η εποχή μιας υψηλής πνευματικότητας: του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και του Νικολάου Καβάσιλα, ενώ η τελευταία περίοδος της βυζαντινής ζωγραφικής θα τεθεί υπό το έμβλημα του "ακτίστου θαβωρείου φωτός"...

  Αυτή η εποχή, που αφουγκράστηκε το παγανιστικό κάλεσμα του Πλήθωνα, γνώρισε ταυτόχρονα τον θρίαμβο του μυστικισμού. Η ζωγραφική των Παλαιολόγων ερμήνευσε με τον τρόπο της αυτόν τον αιώνιο βυζαντινό διπολισμό...

   Η νέα πνευματικότητα διαγράφεται εναργέστερα στην τεχνοτροπία: το σχέδιο, ανάλαφρο, λεπταίνει τα περιγράμματα̇ πληθαίνουν οι θερμές και οι σκοτεινές αποχρώσεις ενώ τα εκλεπτυσμένα πρόσωπα, με τις ιδανικές μορφές, δονούνται από μια εσωτερική ζωή η οποία αποκαλύπτεται στον ρυθμό των πτυχώσεων και στη φούγκα των ψιμυθιών...

   Οι νωπογραφίες της Περιβλέπτου αντιπροσωπεύουν, χωρίς αμφιβολία, το απόγειο της τέχνης του Μυστρά: με το ντελικάτο σχέδιό του, τα λαμπρά χρώματά του, τις ζωντανές και εκφραστικές συνθέσεις του, τις σκούρες χρώσεις της καταιγίδας που καταυγάζεται από τις αστραπές της εσωτερικής ζωής, το παλαιολόγειο ύφος θα παραγάγει εδώ τα τελευταία αριστουργήματα της βυζαντινής ζωγραφικής...

   Μέσα στην εκκλησία της Παντάνασσας, το τελευταίο μνημείο του Μυστρά, οι μορφές, που μέχρι πρόσφατα παρέμεναν μνημειακές, μεταβάλλονται σε ειδώλια, ενώ ένας εκλεκτικισμός χωρίς κανένα χαρακτήρα υποκαθιστά το ακόμα ενιαίο ύφος της Περιβλέπτου: μόνο η ζωγραφική των φορητών εικόνων θα εκπροσωπεί στο εξής τη μεγάλη παλαιολόγεια τέχνη...


   Νωπογράφος, μικρογράφος, ζωγράφος εικόνων και "φιλόσοφος", ο Θεοφάνης εργάστηκε διαδοχικά στην Κωνσταντινούπολη, στη Θεοδοσία, στον νότο της Ρωσίας, έπειτα στο Νίζνι-Νόβγκοροντ, στο Νόβγκοροντ και στη Μόσχα...Χωρίς να αγνοεί τίποτα από τις έρευνες των ζωγράφων της Χώρας, ο Θεοφάνης τοποθετείται εξ αρχής έξω από τις βυζαντινές σταθερές και συμβάσεις, σε έναν κόσμο αυστηρά προσωπικό που όμοιό του δεν βλέπομε ούτε στο Βυζάντιο ούτε στην Ιταλία ούτε στη Ρωσία...Μία "νεωτερική", "πασκάλεια" ανησυχία οδήγησε στην εξαφάνιση της κλασικής τάξης που ανύψωνε τη βεβαιότητα της παρουσίας πάνω από τις αβεβαιότητες της ύπαρξης. Ο ίδιος ο Παντοκράτωρ παίρνει τη μορφή ενός απόμακρου προσωπείου. Μια τραχιά εσωτερικότητα, πλησιέστερη στον πνευματικό αγώνα παρά στη βεβαιότητα της λύτρωσης, διαλύει τις άλλοτε οργανικές φόρμες και κάνει να ξεπηδούν από τη "μαύρη νύχτα της ψυχής" μορφές -μορφές νεανικές του Άβελ και του Ακάκιου, πολιοί πατριάρχες, άγιοι στυλίτες-, πυρετωδώς στυλιζαρισμένες, υπαινικτικά προσδιορισμένες από κάποιες ακτίνες φωτός, που φαίνονται να πλέουν μέσα σε έναν απροσδιόριστο χώρο, ούτε γήινο ούτε ουράνιο...

  Κώστας Παπαϊωάννου, Βυζαντινή και Ρωσική ζωγραφική, Εναλλακτικές   Εκδόσεις, Αθήνα 2007, σελ. 100-101, 119.























Yansimalar














Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Lupercalia / Lady Lazarus




File:Circle of Adam Elsheimer The Lupercalian Festival in Rome.jpg

The Lupercalian Festival in Rome: 
Cupid and Personifications of fertility
encounter the Luperci dressed as dogs and goats.
Circle of Adam Elsheimer (1578-1610)






Lupercalia 

 I

The dog loved its churlish life, 
Scraps, thefts. Its declined blood 
An anarchy of mindless pride. 
Nobody's pet, but good enough


To double with a bitch as poor. 
It had bitten ears and little stone eyes, 
A mouth like an incinerator. 
It held man's reasonable ways


Between its teeth. Received death 
Closed eyes and grinning mouth.



II

            
This woman's as from death's touch: a surviving 
Barrenness: she abides; perfect, 
But flung from the wheel of the living, 
The past killed in her, the future plucked out.


The dead are indifferent underground. 
Little the live may learn from them— 
A sort of hair and bone wisdom, 
A worn witchcraft accoutrement


Of  proverbs. Now the brute's quick 
Be  tinder: old spark of the blood-heat 
And not death's touch engross her bed, 
Though that has stripped her stark indeed.



III
  

Goats, black, not angels but 
Bellies round as filled wine-skins 
Slung under carcase bones. 
Yet that's not brute light


And no merely mountain light-- 
Their eyes' golden element. 
Rustle of their dry hooves, dry patter,
Wind in the oak-leaves; and their bent


Horns, stamp, sudden reared stare 
Startle women. Spirit of the ivy, 
Stink of goat, of a rank thriving, 
O mountain-listener.



      IV    

Over sand that the sun's burned out 
Thudding feet of the powerful, 
Their oiled bodies brass-bright 
In a drift of dust. The earth's crammed full,


Its baked red bellying to the sky's 
Electric blue. Their attitudes— 
A theorem of flung effort, blades: 
Nothing mortal falters their poise


Though wet with blood: the dog has blessed 
Their fury. Fresh thongs of goat-skin 
In their hands they go bounding past, 
And deliberate welts have snatched her in


To the figure of racers. Maker of the world, 
Hurrying the lit ghost of man 
Age to age while the body hold, 
Touch this frozen one.



Ted Hughes (Lupercal, 1960)










Quod non noris, non ames [Latin proverb].

(Latin proverb - do not love what you do not know)
Pan, seeing fire for the first time, rashly reaches out to embrace it (print, 1712/ Mid-Manhattan Library)





Lady Lazarus




I have done it again.
One year in every ten
I manage it--
 
A sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot
 
A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.
 
Peel off the napkin
O my enemy.
Do I terrify?--
 
The nose, the eye pits, the full set of teeth?
The sour breath
Will vanish in a day.
 
Soon, soon the flesh
The grave cave ate will be
At home on me

And I a smiling woman.
I am only thirty.
And like the cat I have nine times to die.
 
This is Number Three.
What a trash
To annihilate each decade.
 
What a million filaments.
The peanut-crunching crowd
Shoves in to see

Them unwrap me hand and foot--
The big strip tease.
Gentlemen, ladies
 
These are my hands
My knees.
I may be skin and bone,
 
Nevertheless, I am the same, identical woman.
The first time it happened I was ten.
It was an accident.
 
The second time I meant
To last it out and not come back at all.
I rocked shut
 
As a seashell.
They had to call and call
And pick the worms off me like sticky pearls.
 
Dying
Is an art, like everything else.
I do it exceptionally well.
 
I do it so it feels like hell.
I do it so it feels real.
I guess you could say I've a call.
 
It's easy enough to do it in a cell.
It's easy enough to do it and stay put.
It's the theatrical
 
Comeback in broad day
To the same place, the same face, the same brute
Amused shout:
 
'A miracle!'
That knocks me out.
There is a charge
 
For the eyeing of my scars, there is a charge
For the hearing of my heart--
It really goes.
 
And there is a charge, a very large charge
For a word or a touch
Or a bit of blood
 
Or a piece of my hair or my clothes.
So, so, Herr Doktor.
So, Herr Enemy.
 
I am your opus,
I am your valuable,
The pure gold baby
 
That melts to a shriek.
I turn and burn.
Do not think I underestimate your great concern.
 
Ash, ash--
You poke and stir.
Flesh, bone, there is nothing there--
 
A cake of soap, 
A wedding ring,
A gold filling.
 
Herr God, Herr Lucifer
Beware
 Beware.
 
Out of the ash
I rise with my red hair
And I eat men like air.




23-29 October 1962




Sylvia Plath (1965)