Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Για την αρχαία ελληνική τέχνη (1)









   Η αρχαία ελληνική τέχνη δεν στάθηκε ποτέ αδιάφορη για την πραγματικότητα που τριγυρίζει τον άνθρωπο. Αλλά η στάση του πνεύματος των Ελλήνων απέναντί της δεν ήτανε ποτέ παθητική ούτε υποταγή σε ανεξιχνίαστη μοίρα ̇ η στάση του ήταν εταστική, η αποδοχή της μοίρας του ανθρώπου ήταν περήφανη και αφού πρώτα το πνεύμα τους την είχε εξιχνιάσει. Και η ελληνική τέχνη, γέννημα αυτού του πνεύματος, στάθηκε αντίκρυ στον εξωτερικό κόσμο σαν αυτεξούσιο πλάσμα, που έχει την απόλυτη ελευθερία να είναι διαφορετικό απ’ αυτόν, έχει την ελευθερία να δίνει άλλοτε λιγώτερα και άλλοτε περισσότερα από τον κόσμο αυτόν ή και τα δύο μαζί, και λιγώτερα και περισσότερα ή και τίποτα, ανάλογα με το πώς συλλαβαίνει κάθε φορά ο Έλληνας τον κόσμο: «ὄψις γὰρ ἀδήλων τὰ φαινόμενα» είπε ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος.


   Αυτή την κυριαρχική ελευθερία της τέχνης αντίκρυ στον εξωτερικό κόσμο, που βαθύτερο κίνητρο έχει την απεριόριστη αναζήτηση της ουσίας των κοινών νόμων του κόσμου και του πνεύματος, τη βλέπουμε πραγματοποιημένη στην ελληνική τέχνη από την αρχή της καθαυτό δικής της ιστορίας, από τους γεωμετρικούς χρόνους, από το 1000 π.Χ. επάνω-κάτω. Αλλά και θεωρητικά την έπιασε το ελληνικό πνεύμα και τη διατύπωσε με το στόμα του βαθύτερου ίσως και πάντως του πιο μοναδικού Έλληνα φιλοσόφου: όσο κι αν τρομάξουν οι κλασσικιστές, ο φιλόσοφος αυτός δεν είναι άλλος από τον Πλάτωνα (θα ανοίξω μια παρένθεση για να πω ότι κλασσικιστές εδώ ονομάζω όχι, βέβαια, εκείνους που συγκινούνται από την κλασσική τέχνη, από τη θερμή και τραγική της ανθρωπιά, που την βλέπουν σαν μια από τις πιο τιμητικές για τον άνθρωπο ώρες της ιστορίας, που στέκονται με θαυμασμό μπροστά σ’ αυτή την «χρυσοπηγή» [όπως θα έλεγε ο Σολωμός] όλης της κατοπινής τέχνης – σ’ αυτούς ανήκει και ο αποψινός ομιλητής ̇ αλλά εδώ ονομάζω κλασσικιστές εκείνους που πιστεύουν ότι η κλασσική ελληνική τέχνη είναι ο κανόνας και ο υπογραμμός της τέχνης γενικά, τα «τέχνης τέρματα» [Παράσιος] και ότι στο χέρι μας είναι να γινόμαστε, αν θέλουμε, κλασσικοί). Λέει, λοιπόν, ο Πλάτων στον «Κρατύλο» με το στόμα του Σωκράτη: «στην ποιότητα και στην κάθε εικόνα δεν πρέπει να ζητούμε την ίδια ορθότητα (όπως στην ποσότητα, όπου π.χ. αν αφαιρέσομε ή προσθέσομε έναν αριθμό στο δέκα παύει να είναι δέκα), αλλά το αντίθετο: ούτε πρέπει η εικόνα να ξαναδώσει όλα τα στοιχεία τέτοια που είναι στο πράγμα που απεικονίζει, αν πρόκειται να είναι εικόνα... πρέπει [δηλαδή], αγαπητέ, να ζητούμε κάποιαν άλλη ορθότητα στην εικόνα και όχι, αν της λείπει τίποτε ή αν έχει περισσότερα πράγματα, να λέμε σώνει και καλά ότι δεν είναι εικόνα ̇ δεν καταλαβαίνεις πόσο μακρυά είναι οι εικόνες από το να έχουν τα ίδια πράγματα με εκείνα, των οποίων είναι εικόνες;» (432 b-d).


   Η σπουδαία σύλληψη στο χωρίο αυτό του Πλάτωνος είναι, νομίζω, όχι τόσο η βεβαίωση, ότι από την εικόνα μπορούν να λείπουν μερικά στοιχεία του εικονιζόμενου – αυτό θα το δεχότανε και ο νατουραλιστής, λέγοντας ότι ποτέ, βέβαια, η τέχνη δεν φτάνει τη φύση ̇ αλλά προπάντων η βεβαίωση, ότι η εικόνα μπορεί να έχει και περισσότερα πράγματα από το εικονιζόμενο χωρίς να πάψει να είναι εικόνα. Γιατί αυτό είναι που θεμελιώνει ακλόνητα το αυτεξούσιο της τέχνης αντίκρυ στην πραγματικότητα, αφού η τέχνη της προσθέτει πράγματα που δεν υπάρχουν (ή δεν είναι φανερά) στην πραγματικότητα, άρα μπορεί να είναι πολύ διαφορετική απ’ αυτήν. (Ας σημειωθή εδώ, παρενθετικά, ότι αν ένας λόγος του περίφημου Θεόφιλου, που αναφέρει ο Σεφέρης, είναι  πραγματικά δικός του, τότε πρέπει να πούμε ότι το ένστικτο έφερε το Θεόφιλο να συναντηθή με τον Πλάτωνα: για ένα καρβέλι που το είχε ζωγραφίσει όρθιο είπε, λέει, ο Θεόφιλος, «έννοια σου, μόνο τα αληθινά ψωμιά πέφτουν, τα ζωγραφισμένα στέκονται» (Αγγλοελ. Επιθ. 1947, αριθ. 1). Γι’ αυτούς άλλωστε και άλλους παρόμοιους λόγους ο Πλάτων δεν θεωρεί την τέχνη κατάλληλο μέσο για τη γνώση της αλήθειας – αλλ’ αυτό είναι άλλο θέμα. Γεγονός είναι ότι, πραγματικά, πριν από το τέλος κιόλας του 5ου αι., είχε γίνει συνείδηση ότι για τη θέα των καλλιτεχνημάτων χρειάζεται η ειδική αισθητική όραση, που διαφέρει πολύ από την κοινή, την καθημερινή όραση.


   Υπάρχουν πολλές αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά διδακτική είναι και η ιστορία που διηγείται ο Λουκιανός για το ζωγράφο Ζεύξι: είχε ζωγραφίσει μια θηλυκή Ιπποκένταυρο, μισή γυναίκα και μισή άλογο με δυο μωρά Κενταυράκια που βύζαιναν το ένα από το γυναικείο στήθος της και το άλλο από το αλογίσιο. Άμα την έδειξε ο Ζεύξις οι θεατές φώναξαν από ενθουσιασμό για την παράξενη αυτή επινόηση και για την ιδέα («γνώμην») της ζωγραφιάς, που ήταν νέα και εντελώς πρωτότυπη. Άμα όμως ο Ζεύξις είδε ότι τους θεατές τους απασχολούσε το θέμα της ζωγραφιάς και τους έφερνε μακρυά από την τέχνη, «εμπρός, είπε, στο μαθητή του, σκέπασε την εικόνα και πάρτε την πίσω στο σπίτι ̇ τούτοι εδώ επαινούν τη λάσπη της τέχνης μου («ἠμῶν τὸν πηλὸν τῆς τέχνης»), όχι την τέχνη». Σπουδαίο είναι ότι του Ζεύξιδος ο λόγος και του Πλάτωνος η διαπίστωση για το αυτεξούσιο της τέχνης γίνονται ακριβώς όταν η τέχνη έχει κατακτήσει και δίνει αξία καλλιτεχνική σ’ όλο τον πλούτο της ρέουσας πραγματικότητας, εξωτερικό και ψυχικό, και όμως αρνείται στην πλούσια αυτή πολύμορφη πραγματικότητα το δικαίωμα να γίνεται κριτήριο της τέχνης, γιατί δεν είναι παρά η «λάσπη» της τέχνης.


Χρήστος Καρούζος, Αρχαία Τέχνη. Ομιλίες – Μελέτες, εκδ. Ερμής, ανατύπωση συμπληρωμένη, Αθήνα 2000 (απόσπασμα από την ομιλία με θέμα: Αρχαία ελληνική τέχνη και αφαίρεση, σελ. 67 -77).























ζωγράφος του Μειδία, 420 - 410 π.Χ.











Βεργίνα (αρχαίες Αιγές), Η αρπαγή της Περσεφόνης











Λευκάδια (αρχαία Μίεζα), Ο τάφος της Κρίσεως. 
Ο Ερμής ψυχοπομπός, τέλη 4ου αι. π.Χ.