Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

Καισάριος Δαπόντες, Περιγραφή του Ηραίου της Σάμου





Σάμος, Ηραίο






’Σ ἕνα νησὶ κατάμεσα, μικράκι μ’ ἐκκλησίαν
τ’ ἁγίου Νικολάου δέ, ἄκουσα λειτουργίαν.
Ἐδῶ κοντὰ ἕνα καιρὸν σοῦ εἶχεν ἕνα κάστρο,
ὁποῦ ’ς τὸν κόσμον ἔλαμπε ποτὲ ’ςὰν ἕνα ἄστρο
ἑλληνικό, παμπάλαιο, πολὺ τῇ ἀληθείᾳ
διὰ τὸ μεγαλεῖόν του, καὶ πύργους καὶ τοιχία,
μὲ πέτρες μεγαλώτατες αὐτὰ ὅλα κτισμένα,
ἀνδρείας τῆς ἑλληνικῆς καθρέφτης τὸ καθένα.
Τἄβλεπα καὶ ἐθαύμαζα καὶ ἐλεεινολογοῦσα
τὸ γένος μας τὸ τωρινό, καὶ ἐδακρυρροοῦσα·
καὶ ὄντως ἀνθρωπάρια, πίθηκας, μασκαράδες
ὠνόμαζα τοῦ λόγου μας, κνώδαλα καὶ μαυράδες.
Θέλ’ εἶνε βεβαιότατα ὡς τρεῖς χιλιάδες χρόνοι
καὶ στέκεται τὸ κτίριο, καὶ φαίνεται δὲν λυόνει.
Καὶ τὰ ’δικά μας δὲν περνᾷ χρόνος καὶ ἀρχινίζουν
νὰ σπάζουν, νὰ ραγίζωνται καὶ νὰ κοντοκρημνίζουν.
Κ’ ἔχομεν μίαν ἔπαρσιν ἡμεῖς μὲν οἱ σπουδαῖοι
πῶς καὶ αὐτὸν τὸν Πλάτωνα περνοῦμεν οἱ χυδαῖοι·
οἱ ρήτορες Κικέρωνα ὁμοῦ καὶ Ἰσοκράτην,
οἱ ἰατροί μας Γαληνὸν ἴσως καὶ Ἱπποκράτην,
οἱ φρόνιμοί μας Νέστορα ἢ καὶ τὸν Παλαμήδη,
αὐτοὶ δὲ οἱ κτιστάδες μας αὐτὸν τὸν Ἀρχιμήδη.
Θεέ μου παντοδύναμε, ἢ γνῶσιν νὰ μᾶς δώσῃς,
ἢ κἂν νὰ στείλῃς ἀπ’ τὴν γῆν ὅλους νὰ μᾶς σηκώσῃς·
γιατὶ καὶ τὴν ἁγίαν γῆν νὰ τὴν καταπατοῦμεν
ἀνάξιοι γῆς εἴμεσθεν, ἀνάξιοι νὰ ζοῦμεν.
Ἐδῶ καὶ μίαν, τέκνον μου, κολώνα σου σηκόνει,
ὁποῦ θαρρεῖς ’ς τὰ σύγνεφα μέσα ἐκεῖ τὴν χώνει
καὶ ὑψηλὴν καὶ θαυμαστὴν διὰ τὰ μεγαλεῖα,
τῶν λίθων ὄντων δώδεκα, τέρας τῇ ἀληθείᾳ·
τεράστιον ἀληθινὰ εἶνε αὐτὴ ἡ στήλη,
σωστὰ νὰ τὴν διηγηθῇ δὲν δύναται κοντύλι·
ἀπ’ τὰ ἑπτὰ θεάματα τῆς γῆς νὰ εἶνε ἕνα
ἡ στήλη ἔπρεπεν αὐτὴ ὄντας βεβαιωμένα,
ἢ καὶ ὄγδοον θέαμα νὰ τὴν ὀνοματίσουν
τὴν στήλην τὴν σαμιώτικην καὶ νά τηνε ψηφίσουν.
Ἀπὸ μακρόθεν ὧρες δυὸ τὴν βλέπεις καὶ σὲ κράζει
νὰ πᾶς διὰ νὰ τὴν ἰδῇς· θαρρεῖς καὶ σὲ φωνάζει.
Ὁ κάθε ἕνας λίθος της (ἄκουε καὶ νὰ φρίττῃς,
καὶ νὰ χαρῇς τὰ ’μάτια σου παντοῦ νὰ τὴν κηρύττῃς)
ὀκτὼ ἐννέα πιθαμὲς τὸ πλάτος του μετρᾶται,
εἶνε δὲ ’ςὰν μυλόπετρα πᾶς λίθος καὶ ὁρᾶται·
πέντε δὲ πάλιν πιθαμὲς τὸ χόνδρος ὁ καθένας·
τοὺς κύτταζα καὶ ἔχασα καὶ τὴν φωνὴν καὶ φρένας·
ὡσὰν κ’ ἔμενα ἄνθρωποι πέντ’ ἓξ νὰ ’ξαπλωθοῦσι
ἀπάνω του ὅλοι ἐκεῖ χωρὶς ἄλλο χωροῦσι.
Καὶ ὡς τριάντα πιθαμὲς τὸ γύρω κάθε λίθος·
μὲ τὤλεγαν καὶ ἔλεγα, ὅτι πῶς εἶνε μῦθος,
ὅτι διήγημα ἐκεῖ εἶνε αὐτὴ ἡ στήλη,
καὶ τὴν ἀκοῦς καὶ τὴν θωρεῖς ’ςτοῦ καθενὸς τὰ χείλη.
Ἀτός μου τοὺς ἐμέτρησα μὲ ἔπαινον μεγάλον
ἐκείνων τῶν κτιτόρων της τῶν θείων, ὄχι ἄλλων,
ἐκείνων τῶν ἡρώων της, τῶν ἀληθῶν ἀνθρώπων,
τῶν ἀσεβῶν, ἀλλ’ εὐλαβῶν κατὰ ψυχὴν καὶ τρόπον·
ὅθεν ὁ κτίστης μας θεὸς αὐτοὺς ἐβοηθοῦσε,
τέτοιες πέτρες σήκονε καὶ τὲς οἰκοδομοῦσε·
καὶ συνεργεῖ κ’ εὐφραίνεται θεὸς ἐπ’ ἀληθείας
εἰς τῶν ἀνθρώπων τῶν καλῶν τὰς τέχνας καὶ σοφίας·
τὰ ἔργ’ αὐτῶν τὰ εὐλογεῖ καὶ τοὺς τὰ στερεόνει
καὶ τοὺς σοφίζει καὶ αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐνδυναμόνει·
καὶ εἶν’ ἐπάνω πανωτὲς πέτρες θηριακωμένες
ὡσὰν νὰ εἶνε κόσκινα ἕνα ἐπάνω τἄλλο,
ὡσὰν κεφαλοτύρια, πρᾶγμα πολλὰ μεγάλο.
Δὲν εἶνε δὲ καὶ μοναχή, ὑπὲρ τὰς δέκα εἶνε·
αὐτὸ κάνει τοὺς θεατὰς φρῖξαι καὶ ἐκπλαγῆναι·
αὐτὴ ὅμως δυνήθηκεν ἕως τοῦ νῦν σταθῆναι,
θέαμα νἆνε θαυμαστό, σάλπιγξ καὶ τῆς ἀνδρείας
τῶν πάλαι προπατόρων μας, ἀλλὰ καὶ τῆς σοφίας.
...............

Μὲ τὸ νὰ εἶνε δὲ πολλὲς καὶ πιάνουν ἕνα τόπον
διὰ παλάτι ἀρκετὸν βασιλικὸν προσώπων
τοῦ Ξάνθου τὰ παλάτια τώρα τὸν ὀνομάζουν,
τὸν σπέρνουν ὅμως σήμερον, τὸν σπέρνουν καὶ θαυμάζουν.
Εἶνε κοντὰ ’ςτὴν θάλασσαν ἐτούτη μου ἡ στήλη,
ὁποῦ ὡς τώρα ἐπαινεῖ ἐτοῦτο τὸ κοντύλι,
ἀπὸ τὸ κάστρον τὸ ρηθὲν μακρὰν ὡς δύο ὥρας,
ὀλίγα δὲ σιμότερα τῆς πρωτευούσης χώρας·
ἐδῶ θωρεῖς, ἀγαπητέ, θαρρεῖς καὶ τὴν κυττάζω
καὶ τὸ πολύ της ἴσωμα στέκομαι καὶ θαυμάζω,
κάστρον καὶ στήλης μεταξύ, ὁμοῦ δὲ καὶ τῆς χώρας
τὸ πλάτος της καὶ μάκρος της εἶνε ὡς δύο ὥρας.
... Γράψε μὲ τὸν νοῦν τώρα ἐσὺ καὶ πιάσε
ἐπάνω ’ςτὲς κολῶνες μου ὅλες αὐτές, καὶ φτειάσε
ἕνα παλάτι ἄξιον τοιούτων θεμελίων,
ὁποῦ καθ’ ἄλλο νὰ περνᾷ ’ςτοῦ κάλλους τὸ πρωτεῖον·
τὸν βασιλέα ὕστερα πλάσε καὶ κάθισέ τον,
’ςτὸν θρόνον τὸν βασιλικὸν κι’ ὡς πρέπει δόξασέ τον,
καὶ δός τον για βασίλειον ὄχι τὴν Ἰγγλετέραν,
τὴν Σικελίαν, τὴν Σαρδώ, τὴν Κρήτην ἢ ἑτέραν,
ἀμμὴ τὴν Σάμον· διὰ τί; διὰ τὴν εὐμορφιά της,
διὰ τὴν εὐτυχίαν της καὶ τὰ λοιπὰ καλά της.



Σπυρίδων Λάμπρος, Τρία άρθρα περί του Ηραίου της Σάμου διά των αιώνων Β΄: Η περιγραφή του Καισαρίου Δαπόντε




























                                                                                         μνήμη Κυριάκου Κρόκου











                       αρχαιολογικός χώρος του Ηραίου, Πυθαγόρειο                                                                                                                  
                                                       πηγή