Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Οι tricksters ή 'toons και η μετανεωτερική εικόνα της Βασιλείας









"Tricksters* or fakes,
assistants or  'toons,
they are the exemplars of the coming community."

Giorgio Agamben




* "Τrickster" είναι ο σπάνιος αγγλικός όρος  του 18ου αιώνα που σχετίζεται με την εφαρμογή ενός "τρικ" σε παιχνίδια τράπουλας. Ο γαλλικός όρος "tricher" προσθέτει και την έννοια του να "κλέψει ή να ξεγελάσει" κανείς κάποιον σε ένα παιχνίδι και πέραν αυτού. Ο άλλος αγγλικός όρος που επίσης συνδέεται εδώ ετυμολογικά είναι η λέξη "trigger" με την έννοια του να προκαλέσει κάποιος κάτι. Η κοινή ιδέα των παραπάνω λέξεων είναι η πρόκληση ενός αποτελέσματος ανεξάρτητα ή και αδιάφορα από τις συνέπειές του, ακόμα και άνευ λόγου. Οι tricksters, λοιπόν, δρουν πέραν του καλού και του κακού και είναι υπεύθυνοι και για τα δύο.


Giorgio Agamben, La communita che viene,  Torino 1990  -  ελλ. έκδ.: Giorgio Agamben, Η κοινότητα που έρχεται, Ίνδικτος, 2007, σελ. 74









Στα μυθιστορήματα του Κάφκα απαντάμε πλάσματα που ονομάζονται βοηθοί (Gehilfen). Φαίνεται όμως πως στην πραγματικότητα αυτά δεν είναι σε θέση να προσφέρουν καμιά βοήθεια. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα, δεν έχουν κανένα "χάρισμα", το μόνο που ξέρουν είναι να προκαλούν μπελάδες, να παιδιαρίζουν και να κάνουν κουταμάρες, είναι "οχληροί", και, επίσης, συχνά, "ξεδιάντροποι" και "έκφυλοι". Όσον αφορά το παρουσιαστικό τους διαφέρουν μόνο ως προς το όνομά τους (Αρθούρος, Ιερεμίας), μοιάζουν μεταξύ τους "όπως τα φίδια". Και, παρ' όλα αυτά, είναι προσεκτικοί παρατηρητές, "εύστροφοι", και "ξέρουν να ελίσσονται", έχουν σπινθιροβόλο βλέμμα και, σε αντίθεση με τους παιδιάστικους τρόπους τους, πρόσωπα που δείχνουν ενηλίκων, "σπουδαστών, σχεδόν", και μακριές και πυκνές γενειάδες. Κάποιος, δεν ξέρουμε ποιος ακριβώς, μας τους εμπιστεύτηκε και δεν μπορούμε να τους ξεφορτωθούμε εύκολα. Εν ολίγοις, "δεν γνωρίζουμε ποιοί είναι", ίσως είναι "απεσταλμένοι" του εχθρού (γεγονός που θα εξηγούσε γιατί δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να καιροφυλακτούν και να κατασκοπεύουν). Και όμως μοιάζουν με τους αγγέλους, με αγγελιοφόρους που αγνοούν το περιεχόμενο των επιστολών που οφείλουν να εγχειρίσουν, αλλά των οποίων το χαμόγελο, το βλέμμα, και αυτός ακόμη ο τρόπος με τον οποίο περπατούν φαίνεται "να συνιστούν ένα μήνυμα".


Ο καθένας από εμάς γνώρισε τέτοια πλάσματα, τα οποία ο Μπένγιαμιν αποκαλεί 'του λυκόφωτος' και ημιτελή, όμοια με τους γκαντχάρβα των ινδικών σάγκα, κατά το ήμισυ ουράνιοι δαίμονες και κατά το ήμισυ καταχθόνια δαιμόνια. "Κανένα από αυτά δεν έχει μία σταθερή, προκαθορισμένη θέση, ούτε ξεκάθαρο και συγκεκριμένο περίγραμμα, ώστε να μη συγχέεται με κάποιο άλλο ̇ κανένα που να μην μπορεί να ανέβει ή να εκπέσει ̇ κανένα που να μην μπορεί  να πάρει τη θέση του εχθρού του ή του πλαϊνού του ṅ κανένα που να μην έχει ήδη ενηλικιωθεί και που ωστόσο να μην εξακολουθεί να είναι ακόμη ανώριμο ̇ κανένα που να μην είναι εντελώς καταπονημένο και όμως στην αρχή ακόμη ενός μακρινού ταξιδιού". Περισσότερο έξυπνα και χαρισματικά από τους άλλους φίλους μας, πρόθυμα πάντα να αφεθούν σε φαντασιώσεις, ονειροπολήσεις και σχέδια για τα οποία φαίνεται πως διαθέτουν όλα τα τάλαντα, δεν κατορθώνουν όμως να φέρουν σε πέρας τίποτα και έτσι, σε γενικές γραμμές, μένουν πάντα χωρίς πραγματικό έργο. Αυτοί οι βοηθοί ενσαρκώνουν τον τύπο του αιώνιου φοιτητή και του απατεώνα, που κακογερνάει και που, στο τέλος, οφείλουμε, ακόμη και με βαριά καρδιά, να του γυρίσουμε την πλάτη. Και όμως σε αυτούς κάτι, ένα ανολοκλήρωτο νεύμα, μία απρόσμενη χάρη, μία κάποια μαθηματική μεγαλαυχία στις κρίσεις και στο γούστο, μία αιθέρια και ανάλαφρη επιδεξιότητα των μελών και των λέξεων, μαρτυρά ότι ανήκουν σε έναν παραπληρωματικό κόσμο, υπαινίσσεται μία χαμένη ιθαγένεια ή ένα απαραβίαστο αλλαχού. Υπό αυτή την έννοια, μία βοήθεια μας την έχουν παράσχει, ακόμη και αν δεν κατορθώνουμε να πούμε ποιά. Ίσως να συνίσταται ακριβώς στο γεγονός πως αυτοί είναι αβοήθητοι, ότι οι ίδιοι δεν δέχονται καμιά βοήθεια, στο γεγονός ότι πεισματικά επιμένουν πως: "για μας δεν μπορεί να γίνει τίποτα" ̇ ωστόσο, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, γνωρίζουμε ότι στο τέλος τέλος, κατά κάποιον τρόπο, τους προδώσαμε.


Ίσως επειδή το μικρό παιδί είναι μία ατελής ύπαρξη, η παιδική λογοτεχνία βρίθει βοηθών ̇ είναι γεμάτη με υπάρξεις παράλληλες ή προσεγγιστικές, πάρα πολύ μικρές ή υπερβολικά μεγάλες, ξωτικά, τελώνια, νύμφες, αγαθούς γίγαντες, δαιμόνια και ιδιότροπες νεραϊδούλες, γρύλους και σαλιγκάρια που μιλάνε.. και άλλα μαγεμένα πλασματάκια τα οποία τη στιγμή του κινδύνου ξεφυτρώνουν ως εκ θαύματος για να σώσουν από μπελάδες και δυσάρεστες καταστάσεις την καλή πριγκίπισσα ή τον Γιάννη τον Άφοβο. Είναι οι ήρωες που ο αφηγητής ξεχνά στο τέλος της ιστορίας, όταν οι πρωταγωνιστές ζουν ευτυχείς και ευχαριστημένοι μέχρι τον θάνατό τους ̇ γι' αυτούς όμως, για εκείνο το αισχρό και αταξινόμητο "συρφετολόι", στους οποίους, κατά βάθος, οφείλουν τα πάντα, δεν γνωρίζουμε τίποτα περισσότερο, καθώς δεν μας δίδεται καμία άλλη πληροφορία. Κι όμως, για ρωτήστε τον Πρόσπερο, όταν απελευθέρωσε όλα τα πνεύματα και εγκατέλειψε τη μαγεία, επιστρέφοντας, με τους άλλους ανθρώπους, στο δουκάτο του, τι είναι η ζωή χωρίς τον Άριελ.


Ένας τέλειος τύπος βοηθού είναι ο Πινόκιο, η θαυμαστή ξύλινη μαριονέτα που ο Τζεπέτο κατασκευάζει για να γυρίσει τον κόσμο μαζί του και να κερδίζει με τον τρόπο αυτόν "ένα κομμάτι ψωμί και ένα ποτήρι κρασί". Ούτε νεκρός ούτε ζωντανός, κατά το ήμισυ γκόλεμ και κατά το ήμισυ ρομπότ, πάντα πρόθυμος να υποκύψει σε όλους τους πειρασμούς και να υποσχεθεί, μετά από μία στιγμή, πως "από δω και στο εξής θα είμαι καλός", αυτό το αιώνιο αρχέτυπο της σοβαρότητας και της χάρης του μη ανθρώπινου, στην πρώτη εκδοχή του μυθιστορήματος, πριν στον συγγραφέα κατέβει η ιδέα να προσθέσει ένα ηθοπλαστικό τέλος, σε κάποιο σημείο "τεντώνει τα πόδια" και πεθαίνει με τον πλέον επαίσχυντο τρόπο, αλλά χωρίς να γίνει παιδί.. Ίδιας πάστας είναι και οι "βοηθοί" του Βάλσερ, αθεράπευτα και ξεροκέφαλα απασχολημένοι στη συνεργασία ενός εντελώς περιττού, για να μην πούμε ποταπού, έργου. Αν μελετούν - και φαίνεται πως μελετούν σκληρά - είναι για να γίνουν ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό.






Το κεφάλαιο 366 των Ελλάμψεων της Μέκκας (1201), του αριστουργήματος του μεγάλου σούφι Ιμπν αλ-Αράμπι (1165-1240), είναι αφιερωμένο στους "υπηρέτες του Μεσσία".  Αυτοί οι βοηθοί ([γ]ουζάρα, πληθυντικός αριθμός του ουαζίρ ̇ πρόκειται για τον βεζίρη που τόσες φορές συναντήσαμε στο Χίλιες και μια νύχτες) είναι άνθρωποι που, στους βέβηλους καιρούς, κατέχουν ήδη τα χαρακτηριστικά των μεσσιανικών χρόνων, ανήκουν κιόλας στην έσχατη ημέρα.. Ο Μαχδή (Μεχδή, Μάγδης), ο Μεσσίας που καταφτάνει στο πέρας του χρόνου, χρειάζεται τους βοηθούς του, οι οποίοι κατά κάποιον τρόπο είναι και οι οδηγοί του, αν και αυτοί, στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά προσωποποιήσεις των ιδιοτήτων, των αρετών και των "σταθμών" της ίδιας της σοφίας του. Χάρη στους βοηθούς του, ο Μαχδή μπορεί να κατανοήσει τη γλώσσα των ζώων και να επεκτείνει τη δικαιοσύνη του τόσο στους ανθρώπους όσο και στα τελώνια, στα τζίνια, στους δαίμονες και στα πνεύματα. Πράγματι, ένα από τα χαρίσματα των βοηθών είναι το γεγονός ότι μεταφράζουν (μουτάρζαμ) τη γλώσσα του Θεού στη γλώσσα των ανθρώπων.


Η ιδέα ότι το Βασίλειο είναι παρόν στους βέβηλους καιρούς με μορφές ύποπτες, δυσοίωνες και στρεβλές, ότι τα στοιχεία της τελικής κατάστασης κρύβονται ακριβώς σε ό,τι σήμερα μας φαίνεται χυδαίο, επονείδιστο και καταγέλαστο, ότι η ντροπή, εν ολίγοις, σχετίζεται λάθρα με τη δόξα, είναι ένα βαθύτατο μεσσιανικό θέμα.. Οι βοηθοί είναι οι επιθυμίες μας που δεν εισακούστηκαν, εκείνες που δεν έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε ούτε στον ίδιο τον εαυτό μας, που την ημέρα της Κρίσεως θα έρθουν να μας ανταμώσουν χαμογελώντας..  Να βασιλεύεις δεν σημαίνει να εισακούς. Σημαίνει πως ό,τι δεν εισακούστηκε είναι αυτό που απομένει.


Ο βοηθός είναι η μορφή εκείνου που χάνεται. Ή, καλύτερα, της σχέσης με ό,τι χάθηκε. Ανά πάσα στιγμή, το μέγεθος της λήθης, της ερήμωσης και του αφανισμού, η οντολογική διασπάθιση που κουβαλάμε μέσα μας υπερβαίνει κατά πολύ το έλεος των αναμνήσεών μας και της συνείδησής μας.. Ό,τι απωλέσθη δεν αξιώνει μόνο να το θυμούνται ή να εισακούεται, αλλά να μένει εντός μας ως απολησμονημένο, ως απολεσθέν - και γι' αυτό ως αλησμόνητο.


Giorgio Agamben, Profanazioni, 2005 (ελλ. έκδ.: Giorgio Agamben, Βεβηλώσεις, μετάφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Άγρα, 2006 - αποσπάσματα)