Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

«Παρ’ ἄκοντας ἦλθε σωφρονεῖν»: Για τη δεινότητα του ανθρώπου και την ουσία του τραγικού. Απένθητο γένος.









   ..Αλλά παρ’ όλον ότι ο Λόγος κυκλοφορεί μέσα στην ουσία του παντός, ο Λόγος της ψυχής, η δύναμη δηλαδή που την ενοποιεί και της δίνει μια φόρμα (ένα «πέρας») είναι τόσο βαθιά κρυμμένος μέσα στα βάθη της Ψυχής, ώστε απ’ έξω η Ψυχή παρουσιάζεται σαν ένα «άπειρον», σαν ένα άμορφο σύνολο. Και παρ’ όλο ότι αυτός ο Λόγος της ψυχής μπορεί να γονιμοποιεί τον εαυτό του και να αυξαίνει από την ίδια του την αυτενέργεια, ο άνθρωπος μένει πάντοτε το «δεινότατον των ὄντων». Αυτός ο σχεδόν αμετάφραστος όρος «δεινός», που σημαίνει ταυτόχρονα κάτι το αποτρόπαιο, το φοβερό και το θαυμαστό, δηλώνει τα όντα που η φύση τους ή οι αναλογίες τους ξεπερνάν κάθε μέτρο και που γι’αυτό προξενούν το «θάμβος» και είναι αντικείμενα ενός δέους. Απ’αυτήν την άποψη, ο σοφόκλειος ύμνος δεν σημαίνει μόνο «Πολλά τα θαυμαστά και τίποτα δεν είναι πιο θαυμαστό από τον άνθρωπο». Στη φροντίδα της να τονίσει, ό,τι εξυψώνει τον άνθρωπο και αδυνατίζει τους δαίμονες, η παραδεδομένη μετάφραση προδίνει τη ριζική ambiguité του όρου «δεινός».

   Δεν είναι δυνατό όμως να καταλάβουμε την αληθινή σημασία αυτού του ύμνου για τον άνθρωπο, αν δεν καταλάβουμε ότι δεν είναι παρά μια απάντηση στο ερώτημα του Αισχύλου:


Πολλὰ μὲν γᾶ τρέφει
δεινὰ δειμάτων ἄχη
πόντιαί τ’ ἀγκάλαι κνωδάλων
ἀνταίων βροτοῖσι ̇
βλαστοῦσι καὶ πεδαίχμιοι
λαμπάδες πεδάοροι ̇
πτανά τε καὶ πεδοβάμονα κ’ ἀνεμόεντ’ ἄν
αἰγίδων φράσαι κότον.
Ἀλλ’ ὑπέρτολμον ἀν –
δρὸς φρόνημα τίς λέγοι...;
Αισχύλου, Χοηφόροι, 585 – 595


  αν δεν καταλάβουμε δηλαδή ότι, για να μπορέσουν οι Έλληνες να υμνήσουν τη «θετική» όψη της ανθρώπινης δεινότητας, χρειάστηκαν πρώτα να ζήσουν ως την άκρη το φόβο και την ενοχή που ξυπνάει μες τον άνθρωπο η ίδια του η δύναμη.

 ...Οπωσδήποτε, και για τον Αισχύλο και για τον Σοφοκλή, ο άνθρωπος μένει δεινότατος, γιατί η υπέρμετρη θέλησή του («ὑπέρμετρον φρόνημα»: Χοηφ. 595, «τόλμας χάριν»: Αντιγ. 372) τον κάνει να πέφτει λεία αυτών των εκμηδενιστικών δυνάμεων της Ύβρεως, της Πλεονεξίας, της Έριδας και της Αδικίας, που σπρώχνουν τα όντα να παραβούν τη νομιμότητα των αναμεταξύ τους σχέσεων, να περάσουν τα μέτρα που τους ορίζει η τάξη του κόσμου, απειλώντας έτσι αυτό το ίδιο το θεμέλιο του Είναι. Θέμα της Τραγωδίας δεν είναι η διαλεκτική των πράξεων που εκτοξεύει ο άνθρωπος απειλώντας τον κόσμο, αλλά η μοιραία διαδικασία με την οποία ο κόσμος εκμηδενίζει τις δυνάμεις που τον απειλούν. Η καταστροφή του τραγικού ήρωα δε θίγει, αλλά αποκατασταίνει τον κόσμο στην καθαρή του νομιμότητα. Το διονυσιακό κοινό δεν ταυτίζεται με τον εκμηδενιζόμενο ήρωα, αλλά με τον νόμο που τον εκμηδενίζει.

   Το Τραγικό θεμελιώνεται πάνω σ’ αυτό το «χρεών» που επιτάσσεται – όπως επιτάσσεται η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης – από τη δύναμη που συγκρατεί τα όντα στο Είναι, που «σώζει», διατηρεί τον κόσμο πάνω από τις εκμηδενιστικές δυνάμεις που φέρνει μέσα του. Δεν είναι ο ήρωας αλλά η Ύβρις που έχει γίνει το πεπρωμένο του, αυτό που προβάλλεται στο πρώτο πλάνο: κάθαρση είναι η εκμηδένιση της Ύβρεως κάτω από τη μοιραία διαδικασία με την οποία ο «κόσμος» εκμηδενίζοντας το μηδέν επανέρχεται στη νόμιμή του υπόσταση και η τραγική επίγνωση του κοσμικού νόμου που «πᾶν ἐπὶ τέρμα νωμᾷ» (Αισχ. Αγαμ. 781). Αυτό που αρχίζει η Ύβρις το τελειώνει η Δίκη, ο κόσμος ξαναβρίσκει το νόμο του και ο άνθρωπος ξαναβρίσκει την ταυτότητά του, στο μέτρο που το Αρνητικό και η αυθαιρεσία του αυτοεκμηδενίζονται μες στην μοιραία τους ολοκλήρωση. Και τόσο για τον Αισχύλο όσο και για τον Σοφοκλή, αυτή η αναγνώριση της δεινότητας του ανθρώπου σήμαινε την παραδοχή και την κατάφαση της παντοδυναμίας του κοσμικού νόμου, που προστατεύει το Είναι εναντίον των όντων και σώζει το ανθρώπινο παρά τη θέληση των ανθρώπων...

  «Παρ’ ἄκοντας ἦλθε σωφρονεῖν» λέει ο Αισχύλος: βγαλμένη μέσα από μια εποχή χάους και αναρχίας, όπου ο Κεραυνός έμοιαζε να είναι «ο τιμονιέρης του σύμπαντος» (Ηρακλ. Fgr. 84), η γενεά του Αισχύλου είδε μέσα στην ομορφιά και την τάξη του σύμπαντος την παρουσία όχι μιας «νομοτέλειας» παρά μιας Δικαιοσύνης, που η συντριπτική της δύναμη ξεπερνάει τις ανθρώπινες – πολύ ανθρώπινες – προοπτικές του καλού και του κακού και που η κατανομητική της δράση είναι η συνένωση των αντίμαχων δυνάμεων και το θεμέλιο άρα της διατήρησης του κόσμου...



Κώστα Παπαϊωάννου, Κόσμος και Ιστορία. Ελληνική κοσμολογία και δυτική εσχατολογία, Αρχείον Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών, 35 (1955), 27 – 63, στο: Κ. Παπαϊωάννου, Από τον Αρχαιοελληνικό στον Ευρωπαϊκό Ουμανισμό (Επιλογή κειμένων), επιμ. Θανάσης Καλαφάτης, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Πειραιάς 2004.










































                            πηγή










                                                                               πηγή





ποῖα νίκης μὴ κακῆς ἐπίσκοπα  καὶ ταῦτα γῆθεν ἔκ τε ποντίας δρόσου ἐξ οὐρανοῦ τε· κἀνέμων ἀήματα εὐηλίως πνέοντ᾽ ἐπιστείχειν χθόνα· καρπόν τε γαίας καὶ βοτῶν ἐπίῤῥυτον  ἀστοῖσιν εὐθενοῦντα μὴ κάμνειν χρόνῳ, καὶ τῶν βροτείων σπερμάτων σωτηρίαν. τῶν εὐσεβούντων δ᾽ ἐκφορωτέρα πέλοις. στέργω γάρ, ἀνδρὸς φιτυποίμενος δίκην, τὸ τῶν δικαίων τῶνδ᾽ ἀπένθητον γένος.

Αισχύλου, Ευμενίδες, 903-912