Ευοί ευάν σαβαχθανί! [Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος;]





[Νίκος Εγγονόπουλος;] Εξώφυλλο του περιοδικού «La Mode Greque», την Aνοιξη-Καλοκαίρι του 1940/Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα (Peloponnesian Folklore Foundation) [***] / [***]

Εξώφυλλο του περιοδικού
La Mode Grecque
άνοιξη-καλοκαίρι 1940





Η επιστροφή της Ευρυδίκης




μεσ’ στο χαμένο
το μικρό
λιμάνι
π’ άγγιξαν
σαν τις στερνές
σταγόνες
του
ήλιου
των ψαριών 
τα δάκρυα
υψώνεται η ζωή
κάθετη κι' ήρεμη
σε μαρμαρένιες
γούρνες
και λωτούς
πικρούς
με τους νοσταλγικούς
ρυθμούς
των βαρυαύλων
και της 
νύχτας



και να
όπου μας πρόφταξε η ώρα
και ζωντάνεψαν
τα όνειρα
που ειπώθηκαν
στους παιδικούς αχάτες
κι' οι φοινικιές ετρελλαθήκανε
και καίγονται
κι' ορθώσανε
προς τ' άστρα
τ' άσπρα
χέρια τους
και στα σκοτάδια
τις κραυγές
των
πόθων



και τώρα
τα μηνύματα
αρπάξανε
τα φλάμπουρα
π' ανέμιζαν
στου άγριου
δάσους
τους απόρθητους
κρυψώνες
κι' οι στοργικές
φωνές
πάλι
ακούστηκαν
νάρχωνται
από
τα τρίσβαθα
τα φωτεινά
των 
οριζόντων



και οι λυγμοί
όπου
σα βάσκανες ματιές
χρωμάτιζαν
του πυρετού τα ντέφια
στης λατρείας
τα κλωνάρια
αργά αργά
σιγούν
μια που
πιο γρήγορα
θα ξεχαστή
του χωρισμού
το κλάμμα



αφού προβέλνει
το θηρίο
τ' ανεμόδαρτο
ίδιο ξυλάρμενο
μέσα στης ζήλειας
το δρολάπι
– κι' όχι ο
συνηθισμένος
ο Μινώταυρος
ο γνώριμος
αλλά
ένας ταύρος
με ανθρώπινο
κεφάλι –



και πίσω
τα πλατειά
φτερά
ανεμίζουνε
– ωσάν τ' αγρίμι
π' ούρλιαξε
σε βάθρα
αγαλμάτων –
και τα λυχνάρια
δείχνουνε
το δρόμο
που έρχουνται
και οι δαυλοί
ορίζουν
της
πομπής
το δρόμο



κι έρχονται
οι ανέραστες
παρθένες
που ασέλγησαν
σ’ αντιφωνάρια
λυτρωμού
και
πόρπες
σαβανώτρες
κι' έρχονται
και μου
δείχνουν
με τα
ματωμένα χέρια τους
το δέντρο
της ζωής
και του
θανάτου



όμως δεν με γελούν
γιατί τα
χείλια
μου
τα ξέσκισ' άσπλαχνα
η
εκδίκησις
κι' ο
πελεκάνος
της θυσίας
και γιατί
μεσ' στα
μάτια μου
βαθειά
ριζώσανε
τα
μανιασμένα
αστροπελέκια
του
πελάγους



κι' αν ο
ανίερος κύκλος
δεν κατάφερε
να ζήση
μεσ' στο
είναι μου
τα σαρκοβόρα
τρεχαντήρια
οι
υπερήφανες
αγριοφωνάρες
μου
ξυπνήσανε
τις
ερημιές
τις
φοβερές
που
ζώνει
η
νύχτα



κι' αν η πομπή
κυλάη
το δρόμο
της
μεσ' στων δαυλών
τα φώτα
και τα σείστρα
και μπρος
πάντα
πηγαίνει
ο ταύρος
ο
ανθρωπόμορφος
και 
τελευταίες
οι παρθένες
με τα μύρα



όμως
το
ξέρω:
είμαι
ο μόνος
που εδάκρυσε
όταν
περάσανε
αυτά
τα
λυρικά
σφαχτάρια
και ξέρω
ότι
το δέντρο
όπου
εφάνταξε
είναι
το δέντρο
της ζωής
μονάχα



είναι
το δέντρο
που
στις
δροσερές
παλάμες του
κρατά
το αιώνιο 
μυστικό
της
λήθης



κι' είναι
το
δέντρο
που
καρτερικά
πάντοτε
πρόσμενα
να γινώ ένα
με τις
πυκνές 
τις
φυλλωσιές
του



είναι
το δέντρο
το μονάκριβο
που
τα λουλούδια
του
ελέγαν
πάντα
το
τραγούδι
της
χαράς
μου



κι' ειν' η  Ε υ ρ υ δ ί κ η


η Ευρυδίκη που έρχεται
και φεύγει
και ΞΑΝΑΡΧΕΤΑΙ
για
να
σταθή
οριστικά
μεσ' στη
φρικτή
πληγή
των
αγριεμένων
σωθικών
μου



(κι' ίσως
και
για
να δικαιωθή
ο παληός
χρησμός
που
κάποτ' ώρισε
πως είμαι
ο Ορφέας
ο ψηλός
λεπτός
κι' αθάνατος
βγαλμένος από
τα πλατειά
τα στήθια
του
Ερμή
του
Τρισμεγίστου)



και τώρα
που
το όνειρο
εθριάμβεψε
μεσ'
στο μικρό
λιμάνι
όπου άραξε
η πυρκαϊά των φοινικιών
στις
μαρμαρένιες
γούρνες
πάλι η χαρά του ήλιου
ολούθε
απλώνεται
κι' ηχούν
μόναχα
οι
βαρύαυλοι
σαν
έρθη
η
νύχτα









Αρκεσίλας

 ...fuyard que je connais 
aux traces de tes larmes.
MARIE-JEANNE DURUY
έφυγε
και τονέ βλέπω
ν' απομακρύνεται
κατά μήκος
της ερήμου λεωφόρου
και κάθε τόσο γυρνάει
και μας χαιρετά
δι' ανεπαισθήτου κινήσεως των βλεφάρων
ως ότου
- λίγο-λίγο —
το καραντί του
να χαθή
να σβύση
στο βάθος  του ορίζοντος
έγραψε
στο γράμμα του
έλεγε - ανάμεσα σ' άλλα —
πως αγαπάει
τη
βροχή
«είμαι Έλλην
- είναι τα λόγια του —
πατρίς μου και μητέρα μου
η
βροχή»

«σαν με προλάβη  η βροχή
- συνέχιζε —
σαν με προλάβη
ολόγυμνο
στους δρόμους να γυρνώ
με ντύνει
- η βροχή —
μ' απίστευτης λαμπρότητος
και ποικιλίας
φορεσιές
και στήνει αέναα γύρω μου
ως προχωρώ
μυθώδους πλούτου
σκηνικά
και διακόσμους»

τώρα γυρνά στα «τέρματα»
μέσ' στην πολυκοσμία και τις μουσικές και τη 
λαϊκή χαρά
κι' ανακατεύεται
- γίνεται ένα —
με το πλήθος
κι' αισθάνετ'
άλλοτε
σα βασιλιάς αναμεσίς στους υπηκόους του
κι' άλλοτε πάλι
- ίσως την ίδια ακριβώς στιγμή —
σαν
άρχοντας εξόριστος
ανάμεσα
σε ξένους
- κι' άγνωστους —
λαούς







   Εγώ τον υπερρεαλισμό δεν τον γνώρισα – τον είχα μέσα μου. Όλοι πια (: σχεδόν όλοι) λογαριάζουν τον Εγγονόπουλο για τον ακραιφνέστερο Έλληνα υπερρεαλιστή: ό,τι στον Εμπειρίκο είναι σπερματική λαχτάρα, στον Εγγονόπουλο, θαρρώ και στον Μπρετόν, είναι έλξη του σπασμωδικού – αρκεί να δει κανείς ποια αποσπάσματα των μανιφέστων του Μπρετόν έβαλε ως προμετωπίδες και στα δύο πρώτα του βιβλία. Φυσικά όσο περνούσαν τα χρόνια έκανε μεγάλη προσπάθεια να λογαριάσει τον υπερρεαλισμό ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα νεότευκτο δόγμα – ή έστω μιαν ανατροπή (όπως άλλωστε έκανε και ο ίδιος ο Μπρετόν με την Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ και τη Μαγική Τέχνη). Στα μάτια του Εγγονόπουλου ο υπερρεαλισμός είναι ένας παμπάλαιος σπασμός: ξεκινάει από τον Όμηρο και τον Πίνδαρο, από τους Βυζαντινούς αγιογράφους και τον Μανουήλ Πανσέληνο του Πρωτάτου. Αυτή είναι η μεγάλη νίκη (άμα υπάρχει νίκη) του υπερρεαλισμού: πως λογάριασε ότι υπάρχει ένας υπαρκτός ορίζοντας πίσω από τον πεποιημένο ορίζοντα. Ο Εγγονόπουλος ήταν ένας μεγάλος υπερρεαλιστής γιατί είδε τον υπερρεαλιστικό σπασμό όχι ως μέσον για κάτι άλλο (όπως ο Εμπειρίκος), αλλά ως τέλος – που χωρούσε ολάκερο τον κόσμο του. Στον Εγγονόπουλο συνυπάρχουν (και παραδόξως αρμόζονται) όλων των λογιών οι αντιφάσεις: ας πούμε, η πιο τρανταχτή, ο Παλαμάς και ο Σικελιανός με τον Καβάφη – ας πούμε: ο Σολωμός με τον Καρυωτάκη – ας πούμε, ο Κάλβος με τα δημοτικά τραγούδια, κι όλοι αυτοί με τον Μπρετόν και με τον Εμπειρίκο. Και για να πάω στις εικόνες του: σε μια εξαιρετικά αυστηρή φόρμα που νομίζεις πως δε χωράει συζήτηση, βρίσκεις και πρώιμο Πικάσο και Γκογκέν, και γήινο Σεζάν και εξαϋλωμένο Παρθένη, και Ματίς και Κόντογλου και Νταλί. Ας πούμε: μέσα από το κύμα βγαίνει μια ανταριασμένη γοργόνα. Οι ναύτες αφήνουν τα κουπιά και παλεύουν να κλείσουν τα μάτια και τ’ αυτιά τους.



   Ήταν ένας γιος της απαίσιας ελληνικότητας από μόνος του, δίχως να δασκαλευτεί από τον Κατσίμπαλη και τους συν αυτώ – με τον ίδιο τρόπο που ήσαν ένας γιος του υπερρεαλισμού δίχως να δασκαλευτεί μήτε από τον Μπρετόν, μήτε από τον Εμπειρίκο. Θαρρείς μαστίζονταν από τη φαντασιακή Ελλάδα και τον παρθενογέννητο υπερρεαλισμό – και σ’ όλη του την τέχνη πάσχισε να βρει το χαρμάνι των λέξεων και των εικόνων που θα αποκαλύψουν την ελληνική εμορφιά. Δηλαδή: αρχαίοι μύθοι, δημοτικά τραγούδια, κωνσταντινουπολίτικα ιδιώματα, ρίμες του μεσοπολέμου, θρύλοι της κλεφτουριάς, μαρτυρολόγια αγίων, οι ερεθισμένες εικόνες του Σολωμού, το αλεξανδρινό μικρόδραμα του Καβάφη, η ερημία του Καρυωτάκη, η ανεξέλεγκτη λυρική ορμή του Εμπειρίκου, η αρχαία ελληνική φόρμα, η βυζαντινή αγριάδα, το ιταλοκρητικό μεταίχμιο, ο Παρθένης και ο Κόντογλου, η αντανακλαστική αναζήτηση της γενιάς του ’30. Πολύ περισσότερο από τον Σεζάν, τον Ντε Κίρικο και τον Νταλί, πολύ περισσότερο από τον Μποντλέρ, τον Ρεμπό και τον Μπρετόν, ο Εγγονόπουλος ήσαν στην τελική ένα ελληνικό δράμα – τόσο που, διαβάζοντας τον εκ Φουρνών Διονύσιο, ονόμασε τον υπερρεαλισμό ορθοδοξία και ζητούσε από τους νέους ζωγράφους να προσεύχονται πριν ζωγραφίσουν. Στην ουσία δεν είχε φίλους, μήτε καταδεχότανε να γίνει οπαδός, μέλος ή σύντροφος κανενός· κι ακόμη, δεν ήταν φιλόσοφος: έκανε Ελλάδα τη μοναξιά του, τον Μπολιβάρ και τον Σκεντέρμπεη, τη μεγάλη του παραμύθα όπου χωρούσε σύμπασα η θλίψη του καιρού του. Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;




   Αυτό είναι ο Εγγονόπουλος: ένα ελληνικό υστερόδραμα, μια έξαλλη φαντασμαγορία, μια θεριεμένη ανυπακοή μέχρι το τέλος της ιστορίας. Αλλιώς: εκείνος που περπατά σε βοιωτικούς δρόμους και κατά βάθος προσεύχεται να κομματιαστεί. Αλλιώς: είναι κάποιος που δάγκωσε κατάστηθα τον αιώνα της καταχνιάς. Αλλιώς: κάποιος που ζει με τη ροκάνα στα χέρια. Ο Παν δεν πέθανε. Ο Παρμενίδης δεν πέθανε. Ο Βελισάριος δεν πέθανε. Ο Άργος τυφλώθηκε διά παντός – του πέρασαν σπαθί πυρωμένο μπροστά στα χίλια μάτια του. Ο Μπολιβάρ παίζει μελόντικα σε θεσσαλικά καραγάτσια. Ο Μινώταυρος ντύθηκε το λαβύρινθό του – δίχως αυτόν είναι γυμνός. Κι από την άλλη το σφυρίζουν όλες οι μαρμαρωμένες φλογέρες: λαβύρινθος δίχως Μινώταυρο δεν υπάρχει. Εμπρός, λοιπόν: έρχονται οι Βάκχες για να σμίξουν μαζί του. Μη μ’ ακολουθείτε – όπου κι αν πάτε, στο εξής να το κάνετε δίχως τον μίτο της Αριάδνης, δίχως επιστροφή. Ευοί ευάν σαβαχθανί – γκέγκε;




   Στρατηγέ, τι ζητούσες στη Λάρισα, εσύ, ένας Υδραίος; Μετά από χίλια χρόνια οι άνθρωποι θα εξακολουθούν να περιμένουν τον Αντίχριστο, θα βάζουν μαύρα πανιά στα καράβια τους, θα κατασπαράζουν τους άλλους από αγάπη. Στη Λάρισα γυρεύεις το μυστικό που βούλιαξε στα διάφανα νερά της Ύδρας. Μες στο σεντούκι, μες στο σεντέφι, μες στο σεντόνι, μετά από χίλια χρόνια θα ξανάρθεις, όχι ως στεφανωμένος Μεσσίας ή ως στεφανωμένος Αντίχριστος, όχι ως μαντατοφόρος με σκεπασμένο πρόσωπο ή ως Ορφέας με υποσχετική λίγων ωρών, μα ως αίνιγμα στο στόμα της Σφίγγας, δίπουςτρίπους και τετράπους, μαύρος σκύλος που τα δόντια του στράφτουν, λουλούδι που εμοιράζει τα μερτικά της νοσταλγίας, στραθιώτης που κρατά το σκερπάνι του. Αιχμάλωτοι νεροσταγόνων, δεν είμαστε παρά για πάντα ζώα. Όχι, μην ομιλείτε εις τον οδηγόν που φαντασιοκοπεί. Ο βασιλιάς Μινώταυρος ζει. Ώρα γεννήσεως: οχτώ και δέκα. Το πρωί οι χελώνες θηλάζουν. Το βράδυ θα τις νανουρίσω μ’ ένα τραγούδι.



[Στους δρόμους τους βοιωτικούς
ποιος λες να γυρίζει
θολωμένος; –
ποιος λες
να ψάχνει τα τρίστρατα,
και να ρωτάει αν είναι να περάσει από κεί
κάποιος υπερφίαλος γέρος
με ύφος εγώ-τα-ξέρω-όλα;



Θα σου το πω, λοιπόν:
στους δρόμους τους βοιωτικούς
γυρίζει αλυχτισμένος ο Ιησούς
(ο γνωστός Ιησούς – ποιος άλλος;).
Κι όλο εύχεται κι όλο προσμένει
να συναντηθεί επιτέλους με τον φριχτό πατέρα του,
ν’ αστράψουν επί τέλους τα μαχαίρια,
να γίνει η μπέσα.]




Θανάσης Τριαρίδης, Ζει ο βασιλιάς Μινώταυρος;,
Εικοσιμία σημειώσεις για τον Νίκο Εγγονόπουλο (αποσπάσματα)










   πηγή












Dura Europos, Syria
3rd c. CE




































Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

παλιά καφενεία του Αιγαίου

Cavo d'oro

Ζει ο Αλέξανδρος; Ελληνικότητα και σύνθεση