Όψεις της παραβίασης: Το Kitsch του κακού / Ξυπόλυτο Τάγμα



   Στο Άουσβιτς ο Μένγκελε, πάντα γαλήνιος και γελαστός, έριχνε μωρά στη φωτιά, αποσπούσε βρέφη από την αγκαλιά της μάνας τους και τα τσάκιζε στο δάπεδο, ξερίζωνε έμβρυα από τη μητρική κοιλιά, έκανε πειράματα με δίδυμα -με ιδιαίτερο πάθος για τα δίδυμα των τσιγγάνων-, έβγαζε μάτια και τα καρφίτσωνε στον τοίχο του δωματίου του για να τα στείλει κατόπιν στον καθηγητή Ότραν φον Βερσούερ (διευθυντή του Ινστιτούτου Ανθρωπολογίας του Βερολίνου και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Μύνστερ ακόμη και μετά το 1953), εμβολίαζε με ιό, έκαιγε γεννητικά όργανα.. 
   Το αποτρόπαιο βρίσκει πάντοτε συνενόχους: τον Μένγκελε τον αποφυλάκισαν οι Αμερικανοί, τον βοήθησαν ίσως στη φυγή του οι Άγγλοι, τον έκρυψαν οι φρέρηδες, τον προστάτεψε ο δικτάτορας της Παραγουάης.. ο ναζισμός υπήρξε ένα απόγειο, ένα αξεπέραστο όριο εξαχρείωσης, η πιο στενή σχέση που υπήρξε ποτέ ανάμεσα σε μία κοινωνική τάξη πραγμάτων και την ωμότητα.
        Τα εγκλήματα του Μένγκελε είναι μία σελίδα από τις φρικτότερες των στρατοπέδων εξόντωσης. Όπως κάθε εγκληματικό πάθος έτσι και η ηδονή που ένιωθε να βασανίζει φανερώνει μια τεράστια χυδαιότητα, κενή όπως και το ηλίθιο χαμόγελό του στη διάρκεια της τέλεσης του εγκλήματος.. Τον Μένγκελε εκείνη τη στιγμή τον είχε μαγέψει η παραβίαση, την ασκούσε σαν ένα είδος λατρείας, σκεφτόταν ότι έλουζε την καθημερινή ζωή σ' ένα ανώτερο φως. Αυτά που έκανε είναι, πέρα από φρικαλέα, και πράγματα υπερμέτρως ηλίθια, που ο καθένας θα μπορούσε να τα κάνει και που αυτός, μέσα στην εκθαμβωτική άγνοια από μέρους του του Kitsch, νόμιζε ότι ήσαν έργα προορισμένα για λίγους εκλεκτούς.
   Η ρητορική της παραβίασης παρουσιάζει το έγκλημα ως εάν εμπεριέχει -ίσως εξαιτίας της δυστυχίας που υποτίθεται ότι το συνοδεύει-  την ίδια του την εξαγορά, χωρίς να χρειάζεται άλλη κάθαρση. Η βία εμφανίζεται ταυτισμένη με τη λύτρωση και μοιάζει να καθιερώνει κάτι σαν αθωότητα των παρορμήσεων. Ο μυστικισμός της παραβίασης, έκφραση που περιτυλίγεται από χαρακτηριστική έμφαση, έχει την ψευδαίσθηση ότι εξαίρει το κακό για το κακό, περιφρονώντας κάθε ηθική..
    Η σαγήνη της παραβίασης έχει αρχαίες καταβολές ̇ η εβραϊκή παράδοση μιλά για τον Μεσσία που θα έλθει όταν το κακό θα κορυφωθεί, και σύμφωνα με κάποιες εξτρεμιστικές σέκτες η επιτάχυνση του θριάμβου του κακού, αν υποβοηθηθεί, σημαίνει επιτάχυνση του τέλους του και έλευση της λύτρωσης. Απέναντι στη θολή βία που υποβόσκει στο κρυφό βάθος του εαυτού μας όλοι μας θα θέλαμε να πεισθούμε, όπως οι αρχαίοι γνωστικοί, ότι οι πράξεις μας, όσος βόρβορος και όση αναλγησία κι αν τις λεκιάζει, δεν μπορούν να ρυπάνουν το κρυμμένο χρυσάφι της ψυχής μας, και ζητούμε τότε να μας δώσουν την άδεια ή καλύτερα την εντολή να προσφέρουμε ελεύθερη διέξοδο σ' αυτή τη βία, με την αυταπάτη ότι είναι ή ότι μας δίνει αθωότητα.
     Η τέχνη που εμπνέεται από τη λυτρωτική παραβίαση εξαίρει στην πραγματικότητα μόνο ενόχους τρίτης τάξεως, την πλέμπα του κακού: οι εγκληματίες-λυτρωτές που αυτή η τέχνη -για παράδειγμα τα γραψίματα του Ζενέ- προτείνει ως πρότυπο είναι κλέφτες, βιαστές, φονιάδες, άσπλαχνοι και δύστυχοι εγκληματίες της δεκάρας. Ποιος θα αποτολμήσει να δείξει τον Μεσσία λυτρωτή στον αρχηγό του κράτους που δίνει την εντολή για την εξαπόλυση του ατομικού πολέμου ή για την εξάλειψη από το χάρτη μιας πόλης, στον διεφθαρμένο κυβερνήτη που τσεπώνει το χρήμα που προορίζεται για τα νοσοκομεία, στον κατασκευαστή πολεμικού υλικού που εξωθεί μια χώρα στον πόλεμο για να αυξήσει τα κέρδη του ή στον προϊστάμενο που ταπεινώνει τον υφιστάμενό του..
   Η μελένια γλυκύτητα του Μένγκελε, των λόγων του και του χαμόγελού του, με τα οποία ελπίζει να μοιάσει στον Άγγελο του Θανάτου, είναι η αυθεντική και ηλίθια έκφραση κάθε σαγήνης του κακού, κάθε ημι-κουλτούρας που περιμένει από τη σκαρταδούρα του σκότους την αποζημίωση για τη μικρότητά της. Η απαγορευμένη ενέργεια, συνήθως ασήμαντη -όπως όταν πετάς σκουπίδια από το παράθυρο- δεν είναι λιγότερο ανόητη όταν ταλανίζει, όταν βασανίζει. Η Μέδουσα, έλεγε ο Γιόζεφ Ροτ σχετικά με το ναζισμό, είναι κάτι το φτηνό. Τα θύματα του Μένγκελε είναι πρόσωπα τραγωδίας, αλλά ο ίδιος ο Μένγκελε είναι φιγούρα φτηνού χυδαιογραφήματος.


Claudio Magris, Danubio, 1986 (ελλ. έκδ.: Κλάουντιο Μάγκρις, Δούναβης, Πόλις, Αθήνα 2001, μετάφρ. Μπάμπης Λυκούδης - αποσπάσματα από το κεφάλαιο: Το Kitsch του κακού, σελ. 122-127).














ΞΥΠΟΛΗΤΟ ΤΑΓΜΑ (1954)

Σκηνοθεσία: Gregg Tallas
Σενάριο: Νίκος Κατσιώτης
Φωτογραφία: Μιχάλης Γαζιάδης
Μοντάζ: Gregg Tallas
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ηθοποιοί: Μαρία Κωστή, Νίκος Φέρμας και τα παιδιά 
του Αναμορφωτηρίου Θεσσαλονίκης
Παραγωγή: Πέτρος Βουδούρης
 


  O Γκρεγκ Tάλλας ήταν ο πρώτος Έλληνας κινηματογραφιστής που τιμήθηκε με διεθνές βραβείο, αποσπώντας για το Ξυπόλητο Tάγμα, το Πρώτο Bραβείο στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου και τη Xρυσή Δάφνη του Nτέιβιντ O' Σέλτσνικ, ενώ η ιστορία των μικρών παιδιών του ορφανοτροφείου, που ο σκηνοθέτης αποτύπωσε με γλαφυρό τρόπο, συγκίνησε κοινό και κριτικούς. 
  Eμπνευσμένος από το δράμα της Γερμανικής Kατοχής στην Eλλάδα, γράφει και σκηνοθετεί την ταινία, επιλέγοντας ως ήρωές του 160 παιδιά που διωγμένα από το ορφανοτροφείο και τους Γερμανούς, μεταβάλλονται μέσα στην τυρρανισμένη και πεινασμένη Eλλάδα του 1943 σε ένα είδος καλόκαρδης και ηρωϊκής συμμορίας που κλέβει τους κατακτητές και τους μαυραγορίτες για να συντηρεί τα μέλη της και όσους μπορεί. 
  Mε το Ξυπόλητο Tάγμα, ο Γκρεγκ Tάλλας, πέτυχε μια σπουδαία νεορεαλιστική ταινία και αποφεύγοντας τις μελοδραματικές παγίδες που έστηνε το θέμα, μας έδωσε την ατμόσφαιρα της μαύρης απελπισίας που ζούσε η Θεσσαλονίκη την εποχή του '40. Έτσι η ταινία του γίνεται ένα ντοκουμέντο της ναζιστικής τρομοκρατίας και μία μαρτυρία συγκλονιστική.









  Στη Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, εκτυλίσσεται η ιστορία της ταινίας αυτής που σκηνοθέτησε ο Γκρεγκ Τάλλας (Γρηγόρης Θαλασσινός), που για ένα διάστημα εργάστηκε στο Χόλυγουντ, σκηνοθετώντας διάφορες ταινίες, ανάμεσά τους και την περιπέτεια εποχής «Η σειρήνα της Ατλαντίδας», με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Μοντέζ. 

  Πρωταγωνιστές της ταινίας, μια ομάδα ορφανών παιδιών, που, όταν τα ορφανοτροφεία της Θεσσαλονίκης επιτάσσονται από τους Γερμανούς, καταφεύγουν σ' ένα απομακρυσμένο, μισογκρεμισμένο κτίριο και, έχοντας φτιάξει μια καλόκαρδη «συμμορία», κλέβουν από τους Γερμανούς και τους μαυραγορίτες για να συντηρούνται αλλά και να βοηθούν τους ανθρώπους γύρω τους, μαζί κι εκείνους της Αντίστασης.



  Παρά τα περισσότερα από 50 χρόνια που τη βαραίνουν, η ταινία του Γκρεγκ Τάλλας παρακολουθείται με εξαιρετικό ενδιαφέρον, κι αυτό εξαιτίας όχι μόνο των γυρισμένων σε φυσικά ντεκόρ σκηνών της (τη Θεσσαλονίκη στις αρχές της δεκαετίας του '50) αλλά και του ρεαλισμού και της δύναμης των σκηνών της που συχνά φέρνουν στο νου την κλασική νεορεαλιστική ταινία «Ρώμη, ανοχύρωτη πόλη» του Ροσελίνι. Με καλοστημένες σκηνές - ανάμεσά τους και μια σκηνή με θέατρο σκιών -, με προσεγμένη φωτογραφία του Μιχαήλ Γαζιάδη που δίνει την όλη ατμόσφαιρα της εποχής, με τους μικρούς ερασιτέχνες πρωταγωνιστές να παίζουν πειστικά τους ρόλους τους και σωστό ρυθμό, ο Τάλλας έφτιαξε μια ειλικρινή, συγκινητική ταινία, που δεν έχασε τη φρεσκάδα της. (κριτική Νίκου - Φενέκ Μικελίδη)




















Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

παλιά καφενεία του Αιγαίου

Cavo d'oro

Ζει ο Αλέξανδρος; Ελληνικότητα και σύνθεση