Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

της Ασιάτιδος μούσης ερασταί...












Πηγή:
Για τα καφέ αμάν της Αθήνας: 
Χατζηπανταζής Θόδωρος, Της Ασιάτιδος μούσης ερασταί...,εκδόσεις Στιγμή



Κατά τον Τούρκο μουσικολόγο Mahmut R. Gazimihal, ο όρος καφέ αμάν είναι τσιγγάνικη παραποίηση στον τούρκικο όρο mani kahvesi, που χαρακτήριζε όσα καφενεία διέθεταν 2 ή 3 τραγουδιστές που αυτοσχεδίαζαν στίχους (λεγόμενους mani). 

Η λέξη μανές (αμανές) ίσως να παράγεται, όπως διαβάζουμε στο βιβλίο του Γεωργίου Φαιδρού περί του σμυρναϊκού μανέ, εκ του "μανέρως" κατά συγκοπήν της συλλαβής "ρω". Ο "μανέρως" ήταν θλιβερός ήχος ή μάλλον ερωτική θρηνωδία λεγόμενος και ολοφυρμός ή Λιναίος θρήνος. Ίσως να έχει σχέση με το επιφώνημα αμάν. 



Στην Θεσσαλονίκη


Όπως γράφει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή (1668) στα καπηλειά της Εγνατίας και του Βαρδάρη, Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρβανίτες, Βλάχοι και ξένοι ναυτικοί ξαπλωμένοι ραχατλίδικα στους καναπέδες ρουφούσαν τους ναργιλέδες κι άκουγαν τους αμανετήδες να λένε τα τραγούδια τους με συνοδεία ούτι και μπαγλαμά. Μόνο στην περιοχή του Βαρδάρη υπήρχαν περίπου 348 καφενεία. Στα 1669 με σουλτανικό διάταγμα έκλεισαν όλα τα καφενεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Αυτά τα καφενεία σιγά σιγά απέκτησαν σκηνή και το πρόγραμμά τους εμπλουτίστηκε με χορό. 

Στην Θεσσαλονίκη, καφέ αμάν λειτουργούσαν ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα. Για συγκεκριμένα καφέ αμάν δεν έχουμε δυστυχώς πληροφορίες. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή αρχίζει η εξαφάνιση των καφέ αμάν. Στα μαγαζιά τώρα εμφανίζονται κομπανίες. Έτσι δημιουργούνται τα καφενεία του τύπου «Χρυσούν απίδιον» (η Ρόζα Εσκενάζη εμφανίστηκε εκεί στα 1934) και το «Σμυρναϊκόν κέντρον». 



Στην Αθήνα


Στην Αθήνα το πρώτο λειτούργησε το 1873, στην Ιερά Οδό. Το συγκρότημα χρησιμοποιεί βιολιά και από τους τακτικότερους πελάτες είναι ιεροψάλτες, οι οποίοι συχνάζουν εκεί «δια να μανθάνωσι τους ήχους και τας αναβάσεις και καταβασίας των αμανέδων και λοιπών τραγουδιών» (Εφημερίδα «Αλήθεια», 3-07-1873). Χρησιμοποιείται όμως ο όρος «καφέ σαντούρ» (ωδικά καφενεία ανατολικής μουσικής). Συναντάμε τον όρο «καφέ αμάν» μόνο μετά το 1886. Το 1871 λειτούργησε το πρώτο «καφέ σαντάν» με γερμανίδες χορεύτριες, στο Άντρον Νυμφών, στις όχθες του Ιλισού, οι οποίες με όπλο τα γυναικεία θέλγητρα προσελκύουν ανέλπιστα πλήθη πιστών στην ευρωπαϊκή μουσική, μια εύπεπτη εκδοχή της οποίας προσφέρουν τα ζωηρά τραγουδάκια τους. 

Το 1874 επαναλαμβάνεται το πείραμα του 1873 με ακόμη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία. Το συγκρότημα προέρχεται από την Σμύρνη και αποτελείται από δύο τραγουδιστές (Βασίλειος Κονταξής και Αναστάσιος Βελέντζας), δύο βιολιστές (Παναγός Βογιατζής και Κοκόλης Σιλάλης), έναν λαουτιέρη (Δημήτριος Βογιατζής) και έναν σαντουριέρη (Κυριάκος Τσορβάς. Από άρθρο της εφημερίδας «Εφημερίς», 17-07-1874). 

Τα επόμενα δώδεκα χρόνια (1874-1886) τα σαντούρια εισβάλλουν σταδιακά σε χώρους ψυχαγωγίας που βρίσκονταν πλησιέστερα στο κέντρο. Μέχρι το 1886, που σημειώνεται η μεγάλη έκρηξη του αμανέ στην Αθήνα και εγκαινιάζεται η δεκάχρονη περίπου περίοδος της απόλυτης κυριαρχίας του, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, αν οι επισκέψεις των ανατολίτικων συγκροτημάτων γίνονται σε μόνιμη ετήσια βάση. 

Το 1883 στο αριστοκρατικότερο θέατρο της πρωτεύουσας, το θέατρο του Φαλήρου, εμφανίζεται ένας αρμένικος λυρικός θίασος. Δίπλα σε πασίγνωστες και αξιοπρεπέστατα παιγμένες γαλλικές οπερέτες, παρουσίαζαν και κάποια αρμένικα έργα, σαν τον Λαπλεπιτζή Χορ-Χορ Αγά του Αρμένιου συνθέτη Ντικράν Τσουχατζιάν, τον Αρίφ και τους Ζεϊμπέκους. Στους Ζεϊμπέκους παρουσίαζαν μάλιστα επί σκηνής σαντούρια, ντέφια και άλλα μη ευρωπαϊκά λαϊκά όργανα. Οι μελωδίες του Λαπλεπιτζή Χορ-Χορ Αγά συνδυασμένες με ελληνικούς στίχους εισβάλλουν την Αποκριά του 1886 στα αριστοκρατικά σαλόνια. Ο πολύ γνωστός «Καϊξής» του Απόστολου Χατζηχρήστου αναπλάθει και επεξεργάζεται ένα θέμα από τις μελωδίες του. 

Το 1886 η Αθήνα έχει κατακλυστεί από καφέ αμάν. Δύο εξέχουσες φυσιογνωμίες είναι η Πολίτισσα Φωτεινή (Φωτεινή Κονδυλάκη) και η Σμυρνιά Κιόρ Κατίνα. Η Φωτεινή Κονδυλάκη, ή χανεντέ Φώτω, πλαισιωμένη από τον Πελοποννήσιο βιολιτζή Δημήτριο Ρόμπο, από ένα σαντούρι, ένα λαούτο και ένα κλαρίνο. Το τουρκόφωνο τραγούδι της «Μέμο» τραγουδήθηκε με πάθος. 


Αμάν Μέμο! 

Κουζούμ Μέμο! 

Γιαβρούμ Μέμο! 

Σεκέρ Μέμο! 

Εβλιάτ Μέμο! 

Το τραγούδι αυτό ηχογραφήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1912 από την Ρόζα τη «βασίλισσα». 

Τον ίδιο καιρό έκανε την εμφάνισή του και ένα άλλο, γειτονικό στην Ομόνοια, κέντρο του ανατολίτικου τραγουδιού, το Περιβολάκι της πλατείας Γερανίου, που έμελλε να καθιερωθεί σαν το σημαντικότερο αθηναϊκό λημέρι των καλλιτεχνών του καφέ αμάν. Στο Περιβολάκι τραγουδούσε η Ελένη η «λιγύμολπος και καϊμακοπαχουλή» από το Κιρκά Αγάτς της μακρινής Μαγνησίας, πλαισιωμένη από το «πρώτο βιολί της Ανατολής», τον περίφημο Γιοβανίκα της Σμύρνης. Μέσα Ιουλίου εγκαταλείπουν η Ελένη και ο Γιοβανίκας και την θέση τους καταλαμβάνει το λαμπρότερο αστέρι του ανατολικομεσογειακού καφέ αμάν, η Σμυρνιά χανεντέ Κατίγκω ή Κιόρ Κατίνα. Η Κιόρ Κατίνα ήταν διεθνώς καταξιωμένη και η παρουσία της υψώνει κατακόρυφα την ποιότητα του καφέ αμάν (ακόμη και στη συνείδηση των αστών). 

Πρέπει να παρατηρήσουμε πως οι γυναικείες μορφές είναι περισσότερες από τις αντρικές. Αξίζει να αναφερθεί η περίπτωση της Ευθαλίας Δημητρίου, η οποία θαμπώνει με τους αισθησιακούς της χορούς. Οι γυναίκες αυτές κατάγονται κυρίως από την Σμύρνη και την Πόλη. Υπάρχουν όμως και Τουρκάλες, Αρμένισσες και Εβραίες. 

Τα αντρικά ονόματα που μνημονεύονται σε συνάρτηση με το τραγούδι είναι πολύ λίγα. Εκτός των Κονταξή και του Βελέντζα μας παραδίδονται και τα ονόματα των σμυρναίων Κοκκινάκη και Οβανέζη, του εβραίου Δαβίδ και του σουλιώτη Βούρκου. 

Οι άντρες διακρίνονται ως οργανοπαίκτες κυρίως και μπορούν να αναδειχτούν σε αστέρες του καφέ αμάν μόνο όταν κατέχουν τη θέση του πρώτου βιολιστή. Στην κατηγορία αυτή ανήκει ο Σμυρνιός Γιοβανίκας, ο Πανάγος Βογιατζής και ο Δημήτριος Ρόμπος. Άλλοι γνωστοί είναι οι: Ζαράκης, Παπαναστασίου, Παπούτσας, Ζορμπανάκης, και ο Ρουμάνος Μοντρογκάντι. Από τα υπόλοιπα όργανα ξεχωρίζουν: Σαντούρι: Κυριάκος Τσορβάς, Γεωργής Ρόμπος, Λάμπης, Χιώτης. Λαουτέρηδες: Βογιατζής Δημ, Μουραμπάς Αριστοτέλης. Ο μόνος παίκτης κλαρίνου, του οποίου το όνομα διασώθηκε, είναι ο Παντελής Γκούμας. Το μπουζούκι αναφέρεται μόνο σε δύο περιπτώσεις. 



Το ρεπερτόριο των καφέ αμάν


Πέρα από τα τούρκικα και αράβικα, αμανέδες, σαρκιά, γιαρέδες (αργά παθητικά τραγούδια), σαμπάϊ, ελφαζιέ(τραγούδια εσωτερικού άλγους) κ.λ.π., εκτελεσμένα σε ελληνική, τουρκική, αρμένικη και αραβική γλώσσα, τα προγράμματά τους προσέφεραν πλήθος ελληνικά δημοτικά τραγούδια (γιαννιώτικα, κλέφτικα, μοραΐτικα κ.α.), λαϊκά των αστικών κέντρων της Ανατολής (Σμύρνη, Πόλη), αρβανίτικα (γκέκικα), ρουμάνικα (βλάχικα), βουλγάρικα και αιγυπτιακά. 



Μουσικοί των καφέ αμάν


Στην συντριπτική τους πλειοψηφία οι μουσικοί ήταν Έλληνες της Ανατολής και Αρμένηδες. Μνημονεύονται συχνά και Εβραίοι και Γύφτοι. Πρόκειται για τις τέσσερις εθνικότητες, που ανέκαθεν μονοπωλούσαν με επαγγελματική ιδιότητα τις τέχνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κοινό σημείο αναφοράς ήταν η συνειδητή διαφοροποίηση από το δυτικοευρωπαϊκό μουσικό ιδίωμα.



πηγή
pindos-grevena.blogspot.gr