Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

in memory of Joe Strummer









        "The toughest thing is facing yourself. Being honest with yourself, that's much tougher than beating someone up. That's what I call tough." 






"And so now I'd like to say - people can change anything they want to. And that means everything in the world. People are running about following their little tracks - I am one of them. But we've all got to stop just following our own little mouse trail. People can do anything - this is something that I'm beginning to learn. People are out there doing bad things to each other. That's because they've been dehumanised. It's time to take the humanity back into the center of the ring and follow that for a time. Greed, it ain't going anywhere. They should have that in a big billboard across Times Square. Without people you're nothing." 

πηγή
















Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

"a reign of green that knows no decline"












a crystal willow, a poplar of water,

a tall fountain the wind arches over,

a tree deep-rooted yet dancing still,

a course of a river that turns, moves on,

doubles back, and comes full circle,

forever arriving:

the calm course

of the stars or an unhurried spring,

water with eyes closed welling over

with oracles all night long,

a single presence in a surge of waves,

wave after wave till it covers all,

a reign of green that knows no decline,

like the flash of wings unfolding in the sky,

a path through the wilderness of days to come,

and the gloomy splendor of misery like a bird

whose song can turn a forest to stone,

and the imminent joys on branches that vanish,

the hours of light pecked away by the birds,

and the omens that slip past the hand,

a sudden presence like a burst of song,

like the wind singing in a burning building,

a glance that holds the world and all

its seas and mountains dangling in the air,

body of light filtered through an agate,

thighs of light, belly of light, the bays,

the solar rock, cloud-colored body,

color of a brisk and leaping day,

the hour sparkles and has a body,

the world is visible through your body,

transparent through your transparency,

I travel my way through galleries of sound,




I flow among echoing presences,

I cross transparencies as though I were blind,

a reflection erases me, I'm born in another,

oh forest of pillars that are enchanted,

through arches of light I travel into

the corridors of a diaphanous fall,

I travel your body, like the world,

your belly is a plaza full of sun,

your breasts two churches where blood

performs its own, parallel rites,

my glances cover you like ivy,

you are a city the sea assaults,

a stretch of ramparts split by the light

in two halves the color of peaches,

a domain of salt, rocks and birds,

under the rule of oblivious noon,

dressed in the color of my desires,

you go your way naked as my thoughts,

I travel your eyes, like the sea,

tigers drink their dreams in those eyes,

the hummingbird burns in those flames,

I travel your forehead, like the moon,

like the cloud that passes through your thoughts,

I travel your belly, like your dreams. . .



 from 'Sunstone' By Octavio Paz

 TRANSLATED FROM THE SPANISH BY ELIOT WEINBERGER




















Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

αθίγγανοι.../ He touched me, so I live to know





File:Spiezer Schilling 749.jpg

First arrival of gypsies outside the city of Berne,
described as "getoufte heiden" (baptized heathens). 
Spiezer Schilling Chronik, 1485, detail of p. 749











Paul Bril, Fantastic landscape
oil on copper, 1598



















File:Jan Brueghel (I) - Gathering of Gypsies in the Wood - WGA3560.jpg

Jan Brueghel the Elder, Gathering of gypsies in the wood
 second half of 16th century








Gypsies camping in a landscape; on the l, men preparing the meat; in the centre, the women cooking; on the r, men playning cardd in the foreground, and woman giving birth in the background.  c.1621/31
Etching, with some engraving
Jacques Callot, Gypsies camping in a landscape
etching, with some engraving, c.1621/31









Taraf De Haïdouks - No Man Is A Prophet In His Own Land

























He touched me, so I live to Know


He touched me, so I live to know
That such a day, permitted so,
I groped upon his breast—
It was a boundless place to me
And silenced, as the awful sea
Puts minor streams to rest.


And now, I'm different from before,
As if I breathed superior air—
Or brushed a Royal Gown—
My feet, too, that had wandered so—
My Gypsy face—transfigured now—
To tenderer Renown—


Into this Port, if I might come,
Rebecca, to Jerusalem,
Would not so ravished turn—
Nor Persian, baffled at her shrine
Lift such a Crucifixial sign
To her imperial Sun.










Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Για την αρχαία ελληνική τέχνη (1)









   Η αρχαία ελληνική τέχνη δεν στάθηκε ποτέ αδιάφορη για την πραγματικότητα που τριγυρίζει τον άνθρωπο. Αλλά η στάση του πνεύματος των Ελλήνων απέναντί της δεν ήτανε ποτέ παθητική ούτε υποταγή σε ανεξιχνίαστη μοίρα ̇ η στάση του ήταν εταστική, η αποδοχή της μοίρας του ανθρώπου ήταν περήφανη και αφού πρώτα το πνεύμα τους την είχε εξιχνιάσει. Και η ελληνική τέχνη, γέννημα αυτού του πνεύματος, στάθηκε αντίκρυ στον εξωτερικό κόσμο σαν αυτεξούσιο πλάσμα, που έχει την απόλυτη ελευθερία να είναι διαφορετικό απ’ αυτόν, έχει την ελευθερία να δίνει άλλοτε λιγώτερα και άλλοτε περισσότερα από τον κόσμο αυτόν ή και τα δύο μαζί, και λιγώτερα και περισσότερα ή και τίποτα, ανάλογα με το πώς συλλαβαίνει κάθε φορά ο Έλληνας τον κόσμο: «ὄψις γὰρ ἀδήλων τὰ φαινόμενα» είπε ο Αναξαγόρας και ο Δημόκριτος.


   Αυτή την κυριαρχική ελευθερία της τέχνης αντίκρυ στον εξωτερικό κόσμο, που βαθύτερο κίνητρο έχει την απεριόριστη αναζήτηση της ουσίας των κοινών νόμων του κόσμου και του πνεύματος, τη βλέπουμε πραγματοποιημένη στην ελληνική τέχνη από την αρχή της καθαυτό δικής της ιστορίας, από τους γεωμετρικούς χρόνους, από το 1000 π.Χ. επάνω-κάτω. Αλλά και θεωρητικά την έπιασε το ελληνικό πνεύμα και τη διατύπωσε με το στόμα του βαθύτερου ίσως και πάντως του πιο μοναδικού Έλληνα φιλοσόφου: όσο κι αν τρομάξουν οι κλασσικιστές, ο φιλόσοφος αυτός δεν είναι άλλος από τον Πλάτωνα (θα ανοίξω μια παρένθεση για να πω ότι κλασσικιστές εδώ ονομάζω όχι, βέβαια, εκείνους που συγκινούνται από την κλασσική τέχνη, από τη θερμή και τραγική της ανθρωπιά, που την βλέπουν σαν μια από τις πιο τιμητικές για τον άνθρωπο ώρες της ιστορίας, που στέκονται με θαυμασμό μπροστά σ’ αυτή την «χρυσοπηγή» [όπως θα έλεγε ο Σολωμός] όλης της κατοπινής τέχνης – σ’ αυτούς ανήκει και ο αποψινός ομιλητής ̇ αλλά εδώ ονομάζω κλασσικιστές εκείνους που πιστεύουν ότι η κλασσική ελληνική τέχνη είναι ο κανόνας και ο υπογραμμός της τέχνης γενικά, τα «τέχνης τέρματα» [Παράσιος] και ότι στο χέρι μας είναι να γινόμαστε, αν θέλουμε, κλασσικοί). Λέει, λοιπόν, ο Πλάτων στον «Κρατύλο» με το στόμα του Σωκράτη: «στην ποιότητα και στην κάθε εικόνα δεν πρέπει να ζητούμε την ίδια ορθότητα (όπως στην ποσότητα, όπου π.χ. αν αφαιρέσομε ή προσθέσομε έναν αριθμό στο δέκα παύει να είναι δέκα), αλλά το αντίθετο: ούτε πρέπει η εικόνα να ξαναδώσει όλα τα στοιχεία τέτοια που είναι στο πράγμα που απεικονίζει, αν πρόκειται να είναι εικόνα... πρέπει [δηλαδή], αγαπητέ, να ζητούμε κάποιαν άλλη ορθότητα στην εικόνα και όχι, αν της λείπει τίποτε ή αν έχει περισσότερα πράγματα, να λέμε σώνει και καλά ότι δεν είναι εικόνα ̇ δεν καταλαβαίνεις πόσο μακρυά είναι οι εικόνες από το να έχουν τα ίδια πράγματα με εκείνα, των οποίων είναι εικόνες;» (432 b-d).


   Η σπουδαία σύλληψη στο χωρίο αυτό του Πλάτωνος είναι, νομίζω, όχι τόσο η βεβαίωση, ότι από την εικόνα μπορούν να λείπουν μερικά στοιχεία του εικονιζόμενου – αυτό θα το δεχότανε και ο νατουραλιστής, λέγοντας ότι ποτέ, βέβαια, η τέχνη δεν φτάνει τη φύση ̇ αλλά προπάντων η βεβαίωση, ότι η εικόνα μπορεί να έχει και περισσότερα πράγματα από το εικονιζόμενο χωρίς να πάψει να είναι εικόνα. Γιατί αυτό είναι που θεμελιώνει ακλόνητα το αυτεξούσιο της τέχνης αντίκρυ στην πραγματικότητα, αφού η τέχνη της προσθέτει πράγματα που δεν υπάρχουν (ή δεν είναι φανερά) στην πραγματικότητα, άρα μπορεί να είναι πολύ διαφορετική απ’ αυτήν. (Ας σημειωθή εδώ, παρενθετικά, ότι αν ένας λόγος του περίφημου Θεόφιλου, που αναφέρει ο Σεφέρης, είναι  πραγματικά δικός του, τότε πρέπει να πούμε ότι το ένστικτο έφερε το Θεόφιλο να συναντηθή με τον Πλάτωνα: για ένα καρβέλι που το είχε ζωγραφίσει όρθιο είπε, λέει, ο Θεόφιλος, «έννοια σου, μόνο τα αληθινά ψωμιά πέφτουν, τα ζωγραφισμένα στέκονται» (Αγγλοελ. Επιθ. 1947, αριθ. 1). Γι’ αυτούς άλλωστε και άλλους παρόμοιους λόγους ο Πλάτων δεν θεωρεί την τέχνη κατάλληλο μέσο για τη γνώση της αλήθειας – αλλ’ αυτό είναι άλλο θέμα. Γεγονός είναι ότι, πραγματικά, πριν από το τέλος κιόλας του 5ου αι., είχε γίνει συνείδηση ότι για τη θέα των καλλιτεχνημάτων χρειάζεται η ειδική αισθητική όραση, που διαφέρει πολύ από την κοινή, την καθημερινή όραση.


   Υπάρχουν πολλές αποδείξεις γι’ αυτό, αλλά διδακτική είναι και η ιστορία που διηγείται ο Λουκιανός για το ζωγράφο Ζεύξι: είχε ζωγραφίσει μια θηλυκή Ιπποκένταυρο, μισή γυναίκα και μισή άλογο με δυο μωρά Κενταυράκια που βύζαιναν το ένα από το γυναικείο στήθος της και το άλλο από το αλογίσιο. Άμα την έδειξε ο Ζεύξις οι θεατές φώναξαν από ενθουσιασμό για την παράξενη αυτή επινόηση και για την ιδέα («γνώμην») της ζωγραφιάς, που ήταν νέα και εντελώς πρωτότυπη. Άμα όμως ο Ζεύξις είδε ότι τους θεατές τους απασχολούσε το θέμα της ζωγραφιάς και τους έφερνε μακρυά από την τέχνη, «εμπρός, είπε, στο μαθητή του, σκέπασε την εικόνα και πάρτε την πίσω στο σπίτι ̇ τούτοι εδώ επαινούν τη λάσπη της τέχνης μου («ἠμῶν τὸν πηλὸν τῆς τέχνης»), όχι την τέχνη». Σπουδαίο είναι ότι του Ζεύξιδος ο λόγος και του Πλάτωνος η διαπίστωση για το αυτεξούσιο της τέχνης γίνονται ακριβώς όταν η τέχνη έχει κατακτήσει και δίνει αξία καλλιτεχνική σ’ όλο τον πλούτο της ρέουσας πραγματικότητας, εξωτερικό και ψυχικό, και όμως αρνείται στην πλούσια αυτή πολύμορφη πραγματικότητα το δικαίωμα να γίνεται κριτήριο της τέχνης, γιατί δεν είναι παρά η «λάσπη» της τέχνης.


Χρήστος Καρούζος, Αρχαία Τέχνη. Ομιλίες – Μελέτες, εκδ. Ερμής, ανατύπωση συμπληρωμένη, Αθήνα 2000 (απόσπασμα από την ομιλία με θέμα: Αρχαία ελληνική τέχνη και αφαίρεση, σελ. 67 -77).























ζωγράφος του Μειδία, 420 - 410 π.Χ.











Βεργίνα (αρχαίες Αιγές), Η αρπαγή της Περσεφόνης











Λευκάδια (αρχαία Μίεζα), Ο τάφος της Κρίσεως. 
Ο Ερμής ψυχοπομπός, τέλη 4ου αι. π.Χ.























Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Συμβάν





                        πηγή






Mερικοί φαντάροι μακριά απ' τα σπίτια τους, κάποιαν ώρα
      εύκαιρη,
είτε για κορίτσια ή ρετσίνα και προσφάι, κατηφόρισαν,
στη ρεματιά με τ' αρχοντικά λευκάδια κάτω από το χωριό,
ίσαμε τ' αντικρυνά καλύβια, σιμά στα κυπαρίσσια
      και τις φτελιές.


Φτωχός ο τόπος και τα καλωσορίσματα περισσότερα
      απ' τις μπουκιές.
Aν ψωμί δεν χόρταιναν, τα κορίτσια τάβλεπαν από μακριά.
Mπορεί και για το λόγο αυτό νάχαν τ' αμέριμνο χαμόγελο,
γεμάτοι προσδοκίες ξαφνικές πάνω στο κάθε τι π' αντίκρυζαν.



Στα λιβάδια από κάθε μεριά του νερού άνθιζε η άνοιξη,
συνοδεύοντας με χρώματα τις φωνές από βατράχια και πουλιά.
Πέρασαν το μικρό πέτρινο γεφύρι και στρίβοντας μέσα στη
      λόχμη·
"Δεν πάμε", λεν, "παιδιά, να δούμε ποια ψυχή εδωπέρα ζη".



Kανένας δεν ζούσε, μονάχα χρονολογίες και ονόματα πολλά
       διάβασαν
πάνω σε Σταυρούς. Kατά λάθος πήραν το ξωκκλήσι για σπίτι.
Ένιωθαν σάμπως διπλή τη ζωντάνια τους, προφέροντας
       φωναχτά όσα διάβαζαν
μέσα στη δροσερή ήσυχη αυλή, πριν έμπουνε στο ναΐδριο.



Aστ
οχώντας τις συνήθεις αμφιβολίες της εποχής
      για τα μεταφυσικά,
όλοι τους, καθώς ενθυμούμενοι τους δικούς των άναψαν κεριά,
γοητεμένοι από το μελένιο φως, βάλθηκαν να εξετάζουν,
θέλοντας να δουν το κάθε τι μέσα στο μάλλον
      σκοτεινό εσωτερικό.



Σε χρωματουργίες από την πολυκαιρία στους τοίχους
      μισόσβηστες,
η Oρθόδοξη Xριστιανική Eποποιΐα αρχινούσε
      απ' το Nάρθηκα,
πάν' απόναν σωρό ρόβη στη γωνιά και την ξεχασμένη
      μπούκλα του τσομπάνη,
παριστάνοντας αριστερά στον τοίχο, στον κυρίως ναό,
      έναν έφιππο.



Aπό το κόκκινο τ' άτι του ευθύς γνώρισαν
      τον Άγιο Δημήτριο.
Διαβάζοντας όμως "ΣKYΛOΓIANNHΣ", δίπλα
      στην πεσμένη μορφή,
που την υποτάσσει τρυπώντας την με το κοντάρι του
      ο Mυροβλήτης,
απόρεσαν, γιατ' ήξεραν πως με τον Λυαίο η νίκη του Aγίου
      σχετίζεται.



Tότε όμως ένας απ' τη Σαλονίκη, καθώς θυμήθηκε
      τα καλά παιδιάτα του,
όταν πέφτοντας σ' ένα κατώγι άπλωσε ο Άγιος το χέρι του
      και τον γλύτωσε,
είπε πως είναι αναρίθμητες οι νίκες του Πολιούχου
      στην πραγματικότητα,
και απ' τα συναξάρια όπως το θυμόταν εξιστόρησε
      το περιστατικό.



Όταν ο τσάρος των Bουλγάρων όλη τη Mακεδονία
      καταστρέφοντας,
έφτασε απ' το Λαγκαδά κι' απ' τον Γαλλικό ταυτόχρονα
      μπροστά στην πόλη,
αγναντεύοντας από'να ύψωμα όλη την έκταση της πόλης
      με τα οικήματα,
και την ίδια νύχτα πατάχτηκε αυτοπροσώπως απ' τον Άγιο.



Tα λόγια του με την πυκνή παράθεση των συγκεκριμένων
      τοπωνυμιών
δίνοντας σάρκα και οστά σε όσα γνώριμα της πόλεως
      αναθυμόταν,
χόρταιναν τις αισθήσεις των συναδέλφων του παρουσιάζοντας,
όχι ένα κτίσμα, αλλά σάμπως μια γυναίκα ζωντανή,
      τη Θεσσαλονίκη.

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Octavio Paz, Ο υπερρεαλισμός (απόσπασμα)










Η αποκήρυξη της προσωπικής ταυτότητας δεν μας παρασύρει στην απώλεια της ύπαρξης, αλλά, ακριβώς στο αντίθετο, στην ανακατάληψή της. Ο ποιητής είναι κιόλας όλοι οι άνθρωποι. Η φύση απορρίπτει τα προσωπεία της και φανερώνεται όπως είναι. Η προσπάθεια "να γίνεις όλοι οι άνθρωποι", εμφανής στους περισσότερους από τους μεγάλους ποιητές, συμμαχεί αναγκαστικά για την καταστροφή του εγώ. Το ποιητικό έργο δεν συνίσταται τόσο στο να συμπιεστεί η προσωπικότητα όσο στο να ανοιχτεί και να μετατραπεί σε διασταύρωση του υποκειμενικού και του αντικειμενικού. Ο υπερρεαλισμός αποβλέπει στην αποσόβηση της παλιάς αντίθεσης ανάμεσα στο εγώ και τον κόσμο, στον εσωτερικό κόσμο και το περιβάλλον, δημιουργώντας αντικείμενα που είναι εσωτερικά και εξωτερικά συγχρόνως. Αν η φωνή μου δεν είναι πια δική μου αλλά ολονών, γιατί να μην την σφεντονίσω για μια καινούργια εμπειρία: Η ποίηση πάντα γινόταν για όλους. Οι ποιητικοί μύθοι, οι μεγάλες εικόνες της ποίησης, σ' όλες τις γλώσσες, είναι όργανα συλλογικής επικοινωνίας..


Τα πρώτα χρόνια της υπερρεαλιστικής δραστηριότητας υπήρξαν πολύ πλούσια. Όχι μόνο τροποποίησαν την ευαισθησία της εποχής αλλά κατάφεραν να αναπηδήσει μια νέα ποίηση και μια νέα ζωγραφική. Αλλά το θέμα δεν είναι να δημιουργηθεί μια καινούργια τέχνη αλλά ένας καινούργιος άνθρωπος. Επομένως, η Χρυσή Εποχή δεν εμφανιζόταν μέσα από την κάθαρση αυτής της πραγματικότητας που με τόση μανία την καταπολεμούσαν. Αντίθετα η κατάσταση του ανθρώπου γινόταν κάθε φορά πιο θηριώδης. Την περίοδο που εγκαινιάζεται από το Πρώτο Μανιφέστο συμβαίνει να πρυτανεύουν έγνοιες κοινωνικής φύσεως. Στην ψυχή του Breton του Aragon και των φίλων τους εγκαθίσταται μια αμφιβολία: Η απελευθέρωση του ανθρώπινου πνεύματος, ορόσημο του υπερρεαλισμού, δεν απαιτεί προηγουμένως μια απελευθέρωση του ανθρώπου από την κοινωνική συμβατικότητα; Ανάμεσα από ποικίλες εσωτερικές θύελλες ο υπερρεαλισμός αποφασίζει να συμμαχήσει με τις θέσεις της Τρίτης Διεθνούς. Και έτσι, η Υπερρεαλιστική Επανάσταση μετατρέπεται στο Ο Υπερρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης. Παρ' όλα αυτά, οι πολιτικοί επαναστάτες δεν έδειξαν μεγάλη συμπάθεια σ' αυτούς τους συμπαραστάτες τους τόσο ανεξάρτητους. Η γραφειοκρατική μηχανή του Κομμουνιστικού Κόμματος κατέληξε να απομακρύνει όλους εκείνους που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να υποταχτούν. Για μερικά χρόνια ανοίγονται ρήγματα στις προσπάθειες για συμβιβασμό. Τελικά, φάνηκε καθαρά πως κάθε επανασύνδεση ήταν αδύνατη. Χωρίς αμφιβολία, ο κάθε φορά πιο δεσποτικός αντιδημοκρατικός χαρακτήρας του σταλινικού κομμουνισμού, η στενότητα και η ακαμψία των αισθητικοπολιτικών δογμάτων και πάνω απ' όλα η καταπίεση της οποίας και υπήρξαν σύμπτωμα, ανάμεσα στ' άλλα και οι Δίκες της Μόσχας συνέβαλαν στο να γίνει αθεράπευτο το ρήγμα..


Ο υπερρεαλισμός βάζει σε κρίση την πραγματικότητα. Αλλά και η πραγματικότητα βάζει σε κρίση την ελευθερία του ανθρώπου. Υπάρχουν αλλεπάλληλα γεγονότα ανεξάρτητα μεταξύ τους, που σε κάποιους χώρους ή σε κάποιες στιγμές προνομιακές, διασταυρώνονται. Ποιο είναι το νόημα αυτού που ονομάζεται πεπρωμένο, σύμπτωση ή, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Ἐγελου, αντικειμενικό τυχαίο; Σε διάφορα βιβλία - Nadja, Ο τρελλός Έρως, Τα συγκοινωνούντα δοχεία - ο Breton υπογραμμίζει τον παράξενο χαρακτήρα ορισμένων συναντήσεων. Πρόκειται για απλή σύμπτωση; Παρόμοιος τρόπος λύσης του προβλήματος θα αποκάλυπτε ένα ρεαλισμό αφελή ή έναν ποζιτιβισμό πρώιμο. Στο πεδίο που διασταυρώνονται η ελευθερία και η αναγκαιότητα ποιο είναι το αντικειμενικό τυχαίο;.. Για τον Breton το αντικειμενικό τυχαίο είναι το σημείο της εξωτερικής διασταύρωσης.. 


Όλοι κάποτε υπήρξαμε ήρωες ή μάρτυρες ανεξήγητων συναντήσεων. Αυτές οι συναντήσεις, για να αναφέρω ευρήματα ατόμων πολύ απομακρυσμένων και άσχετων από τις υπερρεαλιστικές αναζητήσεις, ο ιός για τον Παστέρ, η πενικυλίνη για τον Φλέμιγκ, μια ρίμα για τον Βαλερύ.. Και στην ατομική μας καθημερινή ζωή, δεν είναι η αγάπη με τρόπο κυρίαρχο η φλεγόμενη ενσάρκωση του αντικειμενικού τυχαίου; Τις ερωτήσεις που έκαναν ο Breton και ο Eluard στην επιθεώρηση Μινώταυρος: "Ποια ήταν η σημαντικότερη συνάντηση στη ζωή σας; Ως ποιο σημείο το γεγονός αυτό σας έδωσε την εντύπωση του αναγκαίου ή του συμπτωματικού;" μπορούμε να τις επαναλάβουμε όλοι. Και είμαι βέβαιος πως οι περισσότεροι θα απαντούσαν πως η σημαντικότερη, η αποφασιστική και η μοιραία να μας σημαδέψει για πάντα με στίγμα χρυσό λέγεται: αγάπη, πρόσωπο αγαπημένο. Και κανείς από μας δεν θα μπορούσε να βεβαιώσει με απόλυτη σιγουριά αν αυτή η συνάντηση υπήρξε συμπτωματική ή αναγκαία. Οι περισσότεροι θα λέγαμε, αν ήταν συμπτωματική, πως είχε όλη την ανεξερεύνητη ένταση της αναγκαιότητας. Και αν ήταν αναγκαία διέθετε όλη τη χάρη της αοριστίας του συμπτωματικού. Το αντικειμενικό τυχαίο είναι μια παράδοξη μορφή της αναγκαιότητας, η κατεξοχή μορφή της αγάπης: Σύζευξη της διπλής κυριαρχίας της ελευθερίας και του πεπρωμένου. 




Οκτάβιο Πας, Η αναζήτηση της αρχής. Δοκίμια για τον υπερρεαλισμό, μετ. Μάγια Μαρία Ρούσσου, Ηριδανός, σελ. 20 ("Ο υπερρεαλισμός", Μεξικό 1954).




















Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

Αφάνιση του ονόματος





Το Κακό είναι ακρότατο, όχι απόλυτο. Ίσα ίσα η φενάκη του εωσφορισμού του είναι να αυτο-ανακηρύσσεται απόλυτο,  über alles. Αν το Κακό ήταν απόλυτο, δεν θα υπήρχε το "χειρότερο". Αν ήταν το Κακό απόλυτο, δεν θα μπορούσε και να νικηθεί.

Σ΄ αυτό συνίσταται όλη η "χοχμά", η σοφία της εβραϊκής παράδοσης: να περιμένεις πάντα το χειρότερο, να προετοιμάζεσαι γι΄ αυτό χωρίς να χάνεις ποτέ τη μεσσιανική προσδοκία της ανέλπιστης νίκης της Δικαιοσύνης. Το Κακό δεν είναι μεταφυσικό αλλά ιστορικό. Απορρέει και συνίσταται απ΄ όλες εκείνες τις ιστορικά μεταβαλλόμενες σχέσεις "που κάνουν τον άνθρωπο ένα ον ταπεινωμένο, υποδουλωμένο, εγκαταλελειμμένο, περιφρονημένο"...

Οι "συνηθισμένοι άνθρωποι", κυρίως οι μικροαστοί (αλλά όχι μόνον), σε συνθήκες ιδίως γενικευμένης κρίσης και αποσάθρωσης του κοινωνικού ιστού, όπως στη μεσοπολεμική Γερμανία, γλιστρούν εύκολα σε ολέθριες φαντασιώσεις, γινόμενοι υποχείρια μαζικής χειραγώγησης. Νομίζουν ότι ξεπερνούν τη μηδαμινότητά τους μεταμορφωνόμενοι μέσω του Φύρερ στο παν - την Αρία φυλή...
 Αντιμέτωπος με τον δικό του εαυτό σαν μηδενικό, ο "συνηθισμένος άνθρωπος" γίνεται, χάρη πάντα στον Φύρερ, το παν, μετατρέποντας σε στάχτη, εκ-μηδενίζοντας τον άλλο, τον κατεξοχήν άλλο, τον "αλλόμοιο", τον Εβραίο. Τον μισεί γιατί του αποκαλύπτει το δικό του μηδέν, τη δικιά του κρίση ταυτότητας. Νομίζει ότι την ξεπερνά, φουσκώνοντας σε "υπεράνθρωπο" το δικό του "εκτόπλασμα του εγώ" (για να θυμηθούμε έναν καίριο στίχο του Έκτορα Κακναβάτου). Για να γίνει ο "κοινός άνθρωπος" "υπεράνθρωπος" έπρεπε να αφανιστεί ο Εβραίος σαν "υπάνθρωπος". Με τη διαίρεση, όμως, σε "υπερανθρώπους" και "υπανθρώπους" ο κοινός άνθρωπος έβγαλε από τη μέση τον ίδιο τον άνθρωπο, καθεαυτόν...

"Μεταμορφωθήκαμε ήδη σε φαντάσματα. {...} Τότε, για πρώτη φορά συνειδητοποιήσαμε ότι η γλώσσα μας δεν έχει τις λέξεις για να εκφράσει αυτή την ύβριν, την εκμηδένιση του ανθρώπου. Σαν προικισμένοι με την ενορατική ικανότητα των προφητών είδαμε την πραγματικότητα: είμαστε στον πάτο. Πιο κάτω δεν γίνεται να πάμε: δεν μπορούμε να σκεφτούμε αθλιότερη ύπαρξη από τη δική μας. Τίποτα πια δεν μας ανήκει: μας στέρησαν τα ρούχα, τα παπούτσια, τα μαλλιά μας, εάν μιλήσουμε δεν θα μας ακούσουν, και εάν μας άκουγαν δεν θα μας καταλάβαιναν. Θα μας στερήσουν και τ΄ όνομά μας, κι αν θέλουμε να το κρατήσουμε, θα πρέπει να βρούμε τη δύναμη μέσα μας, τη δύναμη να το σώσουμε και μαζί μ΄ αυτό να σώσουμε κάτι από μας, απ΄ αυτό που υπήρξαμε. {...}
Häftling {φυλακισμένος}: έμαθα ότι είμαι ένας Häftling. Το όνομά μου είναι 174517. Μας βάφτισαν, για όλη την υπόλοιπη ζωή μας θα έχουμε το νούμερο χαραγμένο στο αριστερό μας μπράτσο". 

Η αφάνιση του ονόματος και η αντικατάστασή του με το ανεξίτηλο νούμερο, το στίγμα στο αριστερό μπράτσο, που πρέπει να δείχνεις για να πάρεις το (σχεδόν ανύπαρκτο) συσσίτιο είναι ουσιαστική στιγμή εκμηδένισης. Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με ορισμένους ερμηνευτές, ότι η Τορά, το δεύτερο βιβλίο της Εξόδου, το ονομάζει εβραϊκά "Σεμότ" - Ονόματα. Μόνο με την απελευθέρωση και την Έξοδο από τη γη της δουλείας, τα παιδιά του Ισραήλ αποκτούν πραγματικά Ονόματα. Πριν αναφέρονταν σαν "Τολεντότ" - Γενεές, με κυρίαρχο τον φυσικό-βιολογικό δεσμό.
Στο στρατόπεδο, η διαδικασία είναι αντίστροφη: χάνεις το όνομά σου και υποβιβάζεσαι στον φυσικό-βιολογικό σου δεσμό στην βαθμίδα των "υπανθρώπων" και παίρνεις ένα νούμερο περιμένοντας το θάνατο...


Σάββας Μιχαήλ, "ARBEIT MACHT FREI. Η αντι-ανθρωπολογία του Άουσβιτς" (Διαβάζοντας το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι), στο: Μορφές του Μεσσιανικού, εκδόσεις Άγρα, 1999, σελ. 75, 79-80.