Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

έξι και μία τύψεις για τον ουρανό








Ο  ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ  ΚΑΙ  Η  ΩΡΑΙΑ


Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε
αντίκρυ απ’τα βουνά μιαν αλαφράδα, μ’ όλο που η
μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.


Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το
χέρι πάνω από το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη


Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια
-το φύσημα της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του
καπνού από τα καμίνια - στης θαλάσσης την έμπαση
αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!


Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ’ένα θρόι-
σμα, κι άλλα που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλα-
φιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια, σαν παράξενα ζώ-
δια, τη  μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν.
Και μία


Καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το
αληθινό τοπίο να φανεί,


΄Οπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον Άγγελο οι μαύ-
ροι ανθρώποι, δείχνοντας με ποιον τρόπο γεννιέται η
ομορφιά


΄Η αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.


Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε
την όψη που έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με
τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά,


Τεντωμένα στ’ ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός
και της Παρθένου.


“Μακριά απ’τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο
πλάι της μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόη-
μα, κι όπου το μόνο φως νά’ναι από την πυρά που
κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.


Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν’ αντέχουμε το βάρος από
τα μελλούμενα, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και
στη συμβασιλεία των άστρων,


Σα να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακρι-
βώς, μέσα στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο
αποτρόπαιοι κρότοι


Και πως, αφ’ ότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα
στέρνα η μοναξιά, σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!”

Οδυσσέας Ελύτης, Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό (1960)